Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Μια καλημέρα!

Καλημέρα σε όλους!

 
 
 

 

Σας γράφω σήμερα για να σας ανακοινώσω ότι αποφάσισα να φτιάξω το δικό μου μπλογκοσπιτάκι.

Ηρθε ο καιρός να κόψουμε τον ομφάλιο λόρο.

Οπως μου είπε κάποτε μια φίλη μου, δύσκολο το εξάρι έχει πολλά κοινόχρηστα.

Πέρασα πολύ ωραία εδώ, έζησα δυνατές στιγμές και θα το έχω πάντα μέσα στην καρδιά μου.

Ευχαριστώ πάρα πολύ όλους όσους μας έκαναν παρέα και εύχομαι να συνεχίσουμε να τα λέμε και στο καινούριο μου σπίτι.

Γκαρσονιέρα βέβαια αλλά όλοι οι καλοί χωράνε!

Το καινούριο μου σπιτάκι είναι το http://miakalimera.blogspot.gr/  και θα σας λέω πάντα την πιο γλυκιά καλημέρα!

Ευχαριστώ πολύ για όλα και τα κορίτσια με τα οποία φτιάξαμε το ΕΞΙ και όποιος θέλει είναι καλοδεχούμενος στο καινούριο μου σπίτι.

Φιλιά πολλά σε όλους.

Καλημέρα!!

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Μετακόμιση τώρα!

Πριν πιάσουν οι μεγάλες βαρυχειμωνιές κι ύστερα από μια θαυμάσια διαμονή στο εξάρι μας, αποφάσισα να μετακομίσω στον προσωπικό μου χώρο.
Μικρός... μη φανταστείτε μεγαλεία και άπλες. Αν ήταν σπίτι, δεν θα ήταν παραπάνω απ’ τα τετραγωνικά μιας γκαρσονιέρας. Ξεκινάω απ’ την αρχή κι ελπίζω να σας έχω συχνά κοντά μου,  για να με βοηθήσετε στο στήσιμο και τη «διακόσμηση». Έχω προμηθευτεί ήδη τα απαραίτητα, από φίλους που μοιραστήκανε απλόχερα τις γνώσεις, τις εμπειρίες και τις γνώμες τους. Τα πακετάρισα όλα, τα κουβάλησα σ’ ένα απάνεμο μέρος και ξεκινάω να γεμίζω τοίχους, πατώματα και παράθυρα. Πάντα με τη δική σας συμβολή (και συμβουλή), αφού τα καλύτερα γίνονται μέσα από συλλογική δουλειά & παρεϊστικη διάθεση.
Λοιπόν, βρήκα ένα «ΑΠΑΓΚΙΟ» μέρος στη διεύθυνση: http://www.toapagio.blogspot.gr/
Σας ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου για την παρουσία σας, στη ζωή μου πρώτα απ’ όλα,  αλλά και  στο ΕΞΙ κατ’ επέκταση.  Περιμένω να σας τρατάρω θετική διάθεση, αισιοδοξία, προβληματισμούς και ότι άλλο μου βρίσκεται διαθέσιμο. Μακάρι να μπορούσα να σας κεράσω -στην κυριολεξία- ένα καλωσόρισμα, απ’ αυτά που προσφέρουν στην πατρίδα μου. Επιφυλάσσομαι...

Κλείνοντας αυτόν τον κύκλο ζωής στο ΕΞΙ, θάθελα να ευχαριστήσω τις γλυκές συγκατοίκους μου, για την παρέα και όλα όσα μοιράστηκαν μαζί μου, για ένα χρόνο τώρα. Εννοείται ότι θα συνεχίσω να σας παρακολουθώ και να σχολιάζω.

Καλό φθινόπωρο, να’στε καλά και εις το επανιδείν...

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Postjoy by Agrimio


Aγαπημένη μου φίλη, 

Στο είχα υποσχεθεί. Άμα μου πεις «βότσαλο» θα βγω. 
Να τα φυλάς εσύ. 
Κλείσε τα μάτια και μέτρα. 
Πέντε-δέκα-δεκαπέντε… πόσες θάλασσες και πόσες στεριές μας χωρίζουν; 
Θα με βρεις όπου και να κρυφτώ. 
Μια αλάνα γίναμε…δεν μασάμε από σύνορα. 
Μελβούρνη-Αθήνα, μια σκέψη δρόμος. 
Με το αζιμούθιο μας κολλημένο στην Κρήτη και τις καρδιές μας να χτυπούν στις ίδιες συντεταγμένες. 
«Ρέθυμνο – Ανώγεια - Στο καφενείο της κεντρικής πλατείας - Αντίκρυ στο σπίτι του Ξυλούρη - Στο μαντεμένιο τραπεζάκι με τις ψάθινες καρέκλες – Κάτω απ’ τη γέρικη μουριά…- Υψώνω το ποτήρι μου - Στην υγειά σου Αγριμάκι!»


Για όσους δεν την ξέρουν, η Αγριμιώ είναι μια φίλη που διαπρέπει στη Μελβούρνη.
Μεταξύ των πολλών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων της, προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες της σε Ίδρυμα για παιδιά που παρουσιάζουν παραβατική συμπεριφορά, κυρίως λόγω της εγκατάλειψης, ή και κακοποίησης  απ’ τους γονείς τους.
Η ιδέα της απλή στην εφαρμογή, αλλά με συμβολική αξία.

Αντιγράφω απ’ το μπλογκ της «Βότσαλα στη λίμνη». 
Με την ευχή να αγκαλιάσουμε αυτή την προσπάθεια και να τους στείλουμε όλη τη θετική μας ενέργεια.


«…Σκοπός είναι να φτιάξουμε μια καρτ-ποστάλ στην αγγλική, με ένα θετικό μήνυμα και να τις συγκεντρώσουμε για το γραφείο μου και το σαλόνι των παιδιών στον χώρο μας. Οι έφηβοι είναι παιδιά με / ή χωρίς γονείς, με διάφορους εθισμούς και ψυχολογικά προβλήματα. Αρκετά από αυτά κακοποιημένα ή/και παραμελημένα. Άλλα με ιστορικό διατροφικών διαταραχών κι άλλα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης. Πολλά από αυτά έχουν περάσει από φυλακές ανηλίκων και τα περισσότερα δεν πάνε σχολείο…»

«…Συνήθως οι χώροι αυτοί είναι αποστειρωμένοι. Πόρτες ασφαλείας και τζάμια διπλά που κλειδώνουν όλη μέρα…Λευκοί τοίχοι, ασπρισμένοι από την χλωρίνη και την παγερή αδιαφορία των φορέων. Πολλές φορές, ελλείψεις σε είδη πρώτης ανάγκης, έπιπλα, θεραπευτές και ειδικούς...»

(...) Το σπίτι μας αναπνέει, πονάει, ματώνει και επιβιώνει όπως κάθε σπίτι. Όμως ήρθε ο καιρός για μια δραστική αλλαγή. Για μια ανανέωση!

Για αυτό σκέφτηκα να καλέσω όλους εσάς να με βοηθήσετε να γεμίσω τους τοίχους μας με ιστορίες – ιστορίες καθημερινής τρέλας, αισιοδοξίας, χαράς και γέλιου. Μα πάνω απ’ όλα, ιστορίες φιλίας, επιβίωσης και γενναιότητας. Τα μηνύματα από την χώρα του Ήλιου δεν θα μπορούσαν να είναι πιο ζεστά!


Για να λάβετε μέρος στο project πρέπει:

(α) να μην διαθέτετε απαραίτητα καλλιτεχνική φλέβα αλλά να θέλετε να χαρίσετε ένα χαμόγελο στα παιδιά αυτά (και σε εμένα που μένω μαζί τους κάτω από αντίξοες συνθήκες και τραγικές ελλείψεις… τώρα όποιος θέλει να κάνει κάτι για εμένα αποκλειστικά στην ελληνική όχι απλά δεν θα παρεξηγήσω, αλλά μάλλον θα με πάρουν και τα ζουμιά, ε; ),

(β) να αναδημοσιεύσετε την ανάρτηση αυτή στο ιστολόγιο σας ώστε να προσκαλέσουμε περισσότερο κόσμο στο εγχείρημα αυτό,

(γ) να φτιάξετε την καρτούλα σας (μέγεθος Α5-Α6), να την φωτογραφίσετε, να την αναρτήσετε στο ιστολόγιο σας και κατόπιν συνεννοήσεως μαζί μου, να μας την στείλετε εδώ.
Περισσότερες λεπτομέρειες θα βρείτε στο σύνδεσμο: 



Υ.Γ. Oι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες στην Ακρόπολη, απ’ την τρελλο-παρέα μας.
Τα πνευματικά δικαιώματα, τα χαμόγελα, οι ευχές, η αγάπη και η θετική μας ενέργεια, 
σας ανήκουν!
Καλή επιτυχία Αγριμιώ!

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Το χειμώνα δεν τον θέλω!!

 

Με τίποτα!

 

Δεν μου αρέσει το κρύο, δεν μου αρέσει που νυχτώνει απο τις 17.00, δεν μου αρέσει αυτό που θα έρθει τον συγκεκριμένο χειμώνα,  κατά τα λεγόμενα των φίλων μας της τρόικα, ή αλλιώς νταβατζή, ουπς συγνώμη.

 

Μόλις ήρθα διακοπές στο ξεχωριστό μου μέρος

 

 

 

 

και δεν σκοπεύω να σκεφτώ ούτε τον χειμώνα ούτε αυτά που μας περιμένουν.

Θα κλειστώ για λίγες μέρες στον δικό μου κόσμο, και θα σας ξαναδώ όταν θα γυρίσω.

Όποτε έχω δίκτυο, θα σας διαβάζω όλους τους μπλογκοφίλους μου γιατί δεν θα αντέξω πολύ μακριά σας.

Σας φιλώ γλυκά και εύχομαι να περάσετε όλοι όμορφα και να ξεκουραστείτε για την συνέχεια!

Φιλιά πολλά πολλά σε όλους!

 

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Success story

Είναι ζευγάρι για μισόν αιώνα. Στις πλάτες τους βαραίνουν εβδομήντα χρόνια ζωής, γεμάτα μόχθο και βάσανα. Τα ένσημα τους είναι βαρέα-ανθυγιεινά. Τα εύσημά τους δυο ζευγάρια πνευμόνια, γεμάτα σκόνη από  μπαμπάκι και νήματα. Κλωστοϋφαντουργός αυτός κι εκείνη μιτώστρα στα υφαντουργεία της Νέας Ιωνίας.  Αγαπηθήκανε κάτω απ’ τους χνουδιασμένους  τοίχους ενός εργοστασίου και υπό τους θηριώδεις ήχους των αργαλειών. Ορκιστήκανε πως θα πεθάνουν μαζί, έξω απ’ τα κάγκελα ενός χαμόσπιτου, στα προσφυγικά της περιοχής. Μια νύχτα με φεγγάρι, που μοσχομύριζε νυχτολούλουδο.  Με φτωχικές διαδικασίες, ξεκινήσανε την κοινή τους ζωή στο «Μέγαρο Μαξίμου», όπως της είπε χαριτολογώντας,  όταν την πρωτοπήγε σπίτι του.

Στο υποτυπώδες «Μέγαρο» θεμελιώσανε  το πιο ανθεκτικό καθεστώς στο χρόνο. Μοιράσανε ρόλους κι αρμοδιότητες και ριχτήκανε στη δουλειά. Αξιώθηκαν να μεγαλώσουν και να σπουδάσουν παιδιά και να κρατήσουν στην αγκαλιά τους εγγόνια. Στη μικρή αυλή του «Μεγάρου»,  ζήσανε σπουδαίες στιγμές. Σμιξίματα, τρυφερά ταϊσματα στον ίσκιο της συκιάς, παραμύθια, μια αυτοσχέδια κούνια για τα παιδιά κι αργότερα για τα εγγόνια τους, στοχασμοί και γλέντια. Κι ένα μικρό μποστάνι, όσο το περιορισμένο εμβαδόν της ζωής τους το επέτρεπε. Πάντα εύφορο, καλοσυντηρημένο και γεμάτο λουλούδια και κηπευτικά. Ζαρζαβατικά, σύκα, κληματόφυλλα και τσαμπιά φορτωμένα σταφύλια.  Με προσήλωση και σεβασμό στο χώμα που τους χάριζε τους καρπούς του και με αξιοζήλευτο πλάνο οικονομίας, ώστε να εκμεταλλεύονται τα εγχώρια προϊόντα τους.  

Κι ας περάσαμε απ’ την εποχή των «περήφανων γηρατειών», στην εποχή της αυτοκτονίας και του ευτελισμού της ανθρώπινης ύπαρξης. Συνεχίζουν να καλλιεργούν το μποστάνι της αξιοπρέπειας και της αγάπης τους. Κι ας έχουν βιώσει ληστρικές επιδρομές των σύγχρονων βαρβάρων, κι ας είναι η σύνταξή τους κατακρεουργημένη κι ας στριμώχνονται κάθε πρωινό Δευτέρας στο κοινωνικό παντοπωλείο για δυο σακούλες τρόφιμα και λίγα φάρμακα. Κι ας έχουν κυρτώσει  οι ώμοι τους κι ας έχουν γίνει  τα άκρα τους  σαν πληγωμένα δάχτυλα μπαλαρίνας.

Τα απογεύματα, σέρνουν ακόμα τα βήματά τους ως το τραπεζάκι κάτω απ’ την κληματαριά. Εκείνος ποτίζει τους βασιλικούς και μαζεύει τα ξερά φύλλα στα πεζούλια κι εκείνη ψήνει καφεδάκι στο γκάζι. Ιεροτελεστία! Ο ήχος των φλιτζανιών πάνω στα πιατέλα τους, το δροσερό νερό στα ποτήρια και οι διαμαρτυρίες του μόλις τη βλέπει να βγάζει γλυκό του κουταλιού. «Πάλι συκαλάκι έσιαξες; Το ζάχαρο δεν το σκέφτεσαι;». Κι ύστερα θα μαλώσουν. Ως εκεί που είναι βαθιά χαραγμένες οι «κόκκινες γραμμές» του καθενός. Βήμα παραπέρα! Κι απάνω στον καυγά, θα φυσήξει ένα αεράκι.  Όση ώρα εκείνος θα της γκρινιάζει, εκείνη θ’ ακροπατήσει ως την κρεβατοκάμαρα. Θα ξαναγυρίσει με μια μάλλινη ζακέτα. «Ρίξε κάτι απάνω σου, έπιασε ψύχρα…».

Ας ήταν τρόπος να τους πήγαινα στο αυθεντικό Μέγαρο.
«Αξιότιμοι Πολιτευτές, σας παρουσιάζω τον Ηλία και την Χρυσαυγή. Αν επιθυμείτε, σας κάνουν δωρεάν σεμινάρια οικονομίας, σωστής διαχείρισης, πατριωτισμού, αφοσίωσης και συνέπειας. Σας μαθαίνουν βήμα-βήμα πώς στήνεται ένα νοικοκυρεμένο σπιτικό και  πώς  εξοικονομείτε πόρους,  δουλεύοντας τη γη. Πως το αίμα κι η τιμή δεν είναι προϊόντα μίσους, αλλά επώδυνης και μακρόχρονης δουλειάς. Πως το success story δεν καταχτιέται από ανθρώπους που ξέρουν μόνο να βαράνε τα πλήκτρα του ακριβού φορητού τους. Μα από ανθρώπους που έχουν μια στίβα  καρτέλες ενσήμων. Βαρέα-ανθυγιεινά!»




Εγκάρδια ευχαριστώ στη Φλώρα και στο παιχνίδι της. Και σ’ όλους όσους τιμήσανε τον Ηλία και την Χρυσαυγή με την ανάγνωση, αλλά και την ψήφο τους. Άσχετα με την κατάταξη στο παιχνίδι, η ιστορία  τους –που στη βάση της είναι αληθινή- έχει κατακτήσει την πρώτη θέση στα ανθρώπινα αξιώματα. Το παρήγορο είναι ότι υπάρχουν πολλοί  αντίστοιχοι «ήρωες». Και το αισιόδοξο, πως θα συνεχίσουν να υπάρχουν, μέσα απ’ τα διδάγματα που μας δίνουν με τη στάση ζωής τους. 


Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

"Μη μου βρέξεις το κεφάλι!"

«Πάμε αύριο για μπανάκι;»
Με ρώτησε ναζιάρικα το Ελενάκι. Τινάζοντας το τσουλούφι της πίσω και επιστρατεύοντας την πιο ικετευτική ματιά της. Πώς ν’αρνηθώ; Της απάντησα ένα μεγαλοπρεπές «Ό,τι θέλει το κορίτσι μου!» και την αποχαιρέτησα έξω απ’ το σπίτι της. Η φαντασία μου οργίαζε ήδη. Κυριακάτικη εκδρομή με την Ελενίτσα! Αυτή κι εγώ σε γαλάζια παραλία, να πλατσουρίζουμε στα διάφανα νερά και να κυνηγιόμαστε στ’ ακροθαλάσσι. Την ώρα που θα ανταλλάσσαμε τα υγρά φιλιά μας, θα της ψιθύριζα πως την αγαπάω και θέλω να είμαστε μαζί για πάντα. Θα με κοίταγε αποσβολωμένη και το πάνω χείλι της θα τρεμόπαιζε απ’ τη συγκίνηση. Κι ύστερα θα ξεπηδούσαν πίσω απ’ τα δέντρα οι χορευτές ενός μπαλέτου και υπό τους ήχους μιας αόρατης ορχήστρας, θα χορεύανε τριγύρω μας παλιές μελωδίες. Την τελευταία σκηνή, την αφαίρεσα απ’ τη φαντασίωσή μου, ως εντελώς ανεδαφική. Σε μια στιγμιαία κρίση αυτοκριτικής, παραδέχτηκα πως το παλιά σινεμά μου έχει δημιουργήσει μια δυσλειτουργία στη λογική ροή της σκέψης μου. 
 
Το πρωί ξεκινήσαμε με το σαραβαλάκι μου για Σχοινιά. Είχα απογοητευτεί λίγο με την εμφάνιση της Ελενίτσας. Περίμενα να σκάσει μύτη με ψάθινο καβουράκι, εμπριμέ φουστανάκι ν’ ανεμίζει στον αέρα και τσάντα θαλάσσης με τα δέοντα. Τρανζιστοράκι, αντηλιακό, πετσετούλα και παγούρι με δροσερό νερό. Προς μεγάλη μου έκπληξη, η Ελενίτσα βγήκε απ’ την πολυκατοικία, με φρέντο καπουτσίνο στο χέρι, μια τσιγαρούκλα στραβοτυλιγμένη στο άλλο, με το μαλλί φουσκωμένο τούρλα σαν τη Νίτσα Μαρούδα στις δόξες της και μια υποψία ρούχου πάνω της, που ίσως κάποτε να υπήρξε παιδικό σωβρακοφάνελο. Τόσο μικροσκοπικό. Αφού της σφύριξαν όλοι οι αρσενικοί οργανισμοί της περιοχής, μπήκε λάγνα στο αυτοκίνητο και με φίλησε στον αέρα. Η ανάσα της μύριζε σέρτικο Αγρινίου, αλλά ευτυχώς απομακρύνθηκε εγκαίρως, πριν με πιάσει ναυτία απ’ τη δυσοσμία. «Μ’ αυτό θα πάμε;», μου πέταξε περιφρονητικά, όση ώρα διόρθωνε το τσουλούφι της στο καθρεφτάκι του συνοδηγού. «Τεσπά, άντε να ξεκινήσουμε λοιπόν! Θέλω να μαυρίσω σήμερα, να γίνω μπρούτζινη!» μου είπε με άφατη λαχτάρα. 



Έκανα γαργάρα τους υπαινιγμούς της για το – ομολογουμένως παλιό - φιατάκι μου κι έβαλα ραδιόφωνο για να διασκεδάσουμε τη διαδρομή μας. Το Ελενάκι ξεφυσούσε σαν παλιά αμαξοστοιχία απ’ τη ζέστη. Στην επόμενη μία ώρα είχαμε διανύσει μόλις δέκα χιλιόμετρα, εξαιτίας της διαολεμένης κίνησης. Άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια, αλλά το έκανα κι αυτό γαργάρα και επιστράτευσα όλη τη θετική μου σκέψη. Μέχρι να φτάσουμε στην παραλία, πλησίαζε επικίνδυνα το μεσημέρι κι εγώ κολύμπαγα ήδη στον ιδρώτα και στις ενοχές μου που δεν αξιώθηκα ακόμα, να βάλω κλιματιστικό στο αυτοκίνητο.

Φτάσαμε στον προορισμό μας, που δεν θύμιζε σε τίποτα παραλιακή περιοχή, αλλά αχανές υπαίθριο πάρκινγκ. Μας την έπεσε νεαρός με μπλοκάκι στο χέρι και τσαντάκι-μπανάνα, κρεμασμένη στη βερμούδα του. «Πέντε ευρώ το άτομο κι αν δεν βρείτε άδεια ξαπλώστρα, μπορείτε να τα εξαργυρώσετε σε φραπέ και μπουκαλάκι νερό στην καφετέρια». Η Ελενίτσα έθεσε βέτο με διαδικασία κατεπείγοντος: «Εγώ θέλω ξαπλώστρα, αλλιώς δεν την παλεύω!». Το αγόρι με τη μπανάνα κρυφογέλασε κι απ’ το ύφος του κατάλαβα πως δεν θα βρίσκαμε ούτε στασίδι ελεύθερο. Έκανα επιτόπου στροφή και ξεκινήσαμε για την επόμενη παραλία. Η θερμοκρασία είχε γίνει πια, ίσα με την ηλικία μου –σαρανταφεύγα- κι η Ελενίτσα μεταλλασσόταν από Νίτσα Μαρούδα, σε Τασσώ Καββαδία…


Διανύσαμε τη μισή ακτογραμμή του λεκανοπεδίου, ως απελπισμένοι ταξιδιώτες που αναζητούν καταφύγιο. Παντού, εικόνες συνωστισμού. Αν η Ρεπούση ήταν παρούσα, θα κατέγραφε τη νεώτερη σελίδα στην ιστορία του τόπου. Ξεκληρισμένες οικογένειες, σκυλιά, αυτοκίνητα, τζιπ, σακούλες τζάμπο, ομπρέλες σε ώμους, παιδιά να τσιρίζουν, τζιτζίκια να κρατάνε σεγόντο και ολούθε… ηλιοκαμένοι νέοι και νέες που ξεφυτρώνανε από παντού, με μπλοκάκια και μπανάνες στη μέση. «Πέντε ευρώ η είσοδος… για ξαπλώστρα θα περιμένετε στην ουρά μέχρι να αδειάσει κάποια… στην τιμή συμπεριλαμβάνεται φραπές με μπουκαλάκι νερό… για φρέντο θα πληρώσετε τη διαφορά… περάστε από δω, έχει μια κενή θέση στις ρίζες του δέντρου… στο τρίτο πεύκο δεξιά σας… βάλτε το με τον κώλο στα πουρνάρια». 


Λίγο πριν πέσει το απόγευμα, περιπλανιόμασταν στα βάθη της Λούτσας. Ένα καραβάνι πούλμαν είχε μόλις φύγει απ’ την περιοχή και με συνοπτικές διαδικασίες, πάρκαρα στο κενό που άφησαν πίσω τους. Απ’ την ταλαιπώρια του ταξιδιού, δεν πρόσεξα καν την περιοχή. Ήθελα μόνο να σηκωθώ απ’ το κάθισμα του αυτοκινήτου, να τεντώσω το κορμί μου και να ξεφορτώσω Ελενίτσα και εξοπλισμό παραλίας, για να ξεχυθούμε επιτέλους στα δροσερά νερά. Εις μάτην! Μόλις γύρισα το βλέμμα μου προς την ακτή, ένα ρίγος διαπέρασε το εξαθλιωμένο κορμί μου. Κοπάδια ανθρώπων ξαπλωμένα σε διάσπαρτες ξαπλώστρες. Λαϊκό υπνωτήριο. Μουσικές, ανάκατες με τσίκνες απ’ τα φουγάρα των υπαίθριων καντινών. Μέχρι να συνέρθω απ’ το σοκ, η Ελενίτσα είχε ήδη πετάξει το σωβρακοφάνελλο και είχε καβαντζώσει δυο πλαστικές καρέκλες. Διασταύρωση καντίνας με υπαίθρια τουαλέτα. Στριμωχτήκαμε ανάμεσα σε λαδωμένα κορμιά, Πακιστανούς που περιφέρανε την πραμάτεια τους, λουκουματζήδες και παιδάκια που έσκαβαν την άμμο, ξεθάβοντας καλαμάκια και γόπες. Ελλείψει χειρολαβών στο σημείο αυτό και με ορατό τον κίνδυνο να καταληφθεί από άλλους «λουόμενους» το ελάχιστο ελεύθερο έδαφος τριγύρω μας, μπαστακωθήκαμε στις καρέκλες. Τα γνωστά… Το Ελενάκι σιχτίριζε και πασαλειβόταν λάδι. Πάνω απ’ τα κεφάλια μας βούιζε η αεροπορική επιδρομή απ’ τα μπαλάκια των ρακετο-μονομάχων κι ένας θλιβερός βόμβος απ’ τα μεγάφωνα -σαν μελοποιημένο καρδιογράφημα- μου συνέθλιβε τη διάθεση.


Η μόνη μου παρηγοριά, ήταν οι κρυφές μου ματιές στο κορμί της Ελενίτσας. Δεν άργησα βέβαια να διαπιστώσω πως δεν ήμουν ο μόνος που ξεροστάλιαζε στη θέα του κορμιού της. «Πάμε να βουτήξουμε;» της είπα, αποφασισμένος να την πάρω μακριά απ’ τα ξελιγωμένα βλέμματα. «Πλάκα μου κάνεις; Μια ώρα τα ίσιωνα!». «Και τι θα κάνουμε ρε Ελενάκι εδώ που ρημαδοφτάσαμε; Θα τη βγάλουμε στην καρέκλα σαν παρατηρητές;». Το σκέφτηκε. Στραβοκάθησε, ρούφηξε μια γουλιά φραπέ, γκρίνιαξε πως λιώσανε τα παγάκια και τελικά ενέδωσε. «Άντε καλά… πάμε να την πέσουμε…». Ουράνια μελωδία τα λόγια της. Η φαντασία μου ήδη σκηνοθετούσε. Το αγέρι θ’ ανέμιζε τα μαλλιά της, θα με κοίταγε στα μάτια με προσήλωση και πιασμένοι χέρι-χέρι, θα βουτάγαμε στα γαλανά νερά. «Ώπα, περίμενε!... Θα μπούμε, αλλά μη μου βρέξεις το κεφάλι! », μου πέταξε την προστακτική της, σα χαστούκι στη μούρη. Η αποδόμηση του ονείρου είχε ήδη ξεκινήσει...

Η Ελενίτσα τελικά, βούτηξε τους καλοσχηματισμένους αστραγάλους της, δήλωσε πως το νερό είναι μπούζι κι έκανε στρατιωτική μεταβολή προς τα έξω. Κι εγώ έμεινα άναυδος, ν’ αγναντεύω τη θάλασσα που λαμπύριζε στις απογευματινές ακτίνες του ήλιου. Πάει και το όνειρο, πάει μαζί του αύτανδρο και το μπαλέτο. Μόνο ένας ηλικιωμένος είχε απομείνει να με κοιτάει σα χάνος, ίδιος ο μακαρίτης ο Παπαγιαννόπουλος. «Τη χούφτωσες τουλάχιστον;», διάβασα στη ματιά του.


Έκανα μακροβούτι και κολύμπησα ως εκεί που άντεχαν οι δυνάμεις μου. Μάζεψα όσον εγωισμό μου είχε απομείνει διαθέσιμος και γύρισα προς την ακτή.Βγαίνοντας έξω, διαπίστωσα πως απ’ την Ελενίτσα είχε απομείνει μόνο το πλαστικό της ποτήρι και καμιά δεκαριά γόπες, καρφωμένες στην σημείο που καθόταν. Κάθε γόπα κι ένα καρφί στην καρδιά μου. Μια παρέα που καθόταν δίπλα μας κι έπινε ασύστολα μπύρες, με ενημέρωσε χαιρέκακα. «Η κοπελιά έφυγε πριν λίγο μ’ έναν νεαρό. Κόρη σας είναι;». «Ανηψιά μου...», απάντησα πικραμένος κι ένιωθα όλη την παραλία να με φασκελώνει. Σαν τον Μαυρογιαλούρο με τους αγαθούς χωρικούς. «Όλα τα φάσκελα πάνω μου παιδιά! Όλα!...»
☟ ☟ ☟...
Όπως έμαθα το ίδιο βράδυ, η Ελενίτσα έφυγε αγκαζέ με τον τύπο που τη χαλβάδιαζε εδώ και καιρό. Προφανώς έπεσε σύρμα, του έδωσε στίγμα και ο τύπος μάζεψε τα φουσκωτά του μπράτσα και κατέφθασε στην παραλία για να παραλάβει Ελενίτσα και το στεγνό τσουλούφι της. Άνισος ο αγώνας μαζί του, αφού αυτός διαθέτει είκοσι χρόνια λιγότερα, καθώς και μια εντυπωσιακή συλλογή με φέτες στην κοιλιά του. Ενώ εγώ, μόνο στο καλοριφέρ του σπιτιού μου.
Και δεν χούφτωσα κιόλας… 

(Αφιερωμένο σε «Κάτι κουρασμένα παλληκάρια», που δεν θα γεράσουν ποτέ…)




Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Ευπειθώς αναφέρω!


Της Μαρίας Κανελλάκη
 
 


«Ήλθαμε εις γάμου κοινωνίαν», που θα’λεγε κι ο θείος Ορέστης, o απόστρατος. Ένα κρύο βράδυ, πριν δυο χιλιάδες Μάρτηδες. Τόσους χειμώνες μου φάνηκε πως μέτρησα από τότε.  Όρκοι αιώνιας αγάπης τυλιχτήκανε σε τούλια, γίνανε μπομπονιέρες και ξεχαστήκανε στο πίσω παρμπρίζ ενός αυτοκινήτου. Την ιστορική φράση «Είσαι ο θησαυρός μου!», την εξέλαβα ως αβρότητα. Δεν αντιλήφθηκα ότι κυριολεκτούσες. 

Έκτοτε, οι ιεροί όρκοι καταπατήθηκαν αυθωρεί,  που θα’λεγε κι ο θείος. Ο μύθος του «Καλού Παιδιού», αποδομήθηκε σε πενήντα δύο φύλλα. Τράπουλα και υπόσχεση. «Θα το κόψω…». Κοπήκαμε εμείς στο τέλος. Χρέη, απειλές και ψυχολογικός ξυλοδαρμός. Οι διαμαρτυρίες μου κατεστάλησαν βίαια. Κατάχρηση συζυγικής εξουσίας  και λίγο πριν παίξεις τα ρέστα σου, η μεγάλη μπλόφα. “Το παιδί δεν το σκέφτεσαι;”

Το σκέφτηκα. Μου την έπεσε κι ο θείος Ορέστης. Ξοπίσω, σύσσωμο το ιερό τάγμα συγγενών και φίλων.
Σύνθημα: «Τι θα κάνεις μόνη σου μ’ ένα μωρό
Παρασύνθημα: «Δώσε μια ευκαιρία… θα δεις, όλα θ’ αλλάξουν
Το μόνο που άλλαξε ήταν οι ώρες που δούλευα. Υπερωρία που πήγε σύννεφο! Να καλύπτονται όλα τα έξοδα . Ακολούθησε αιματοκύλισμα. Το παιδί μετατράπηκε σε πεδίο βολής. Ενίοτε, χρησιμοποιήθηκε ως ανάχωμα. Που θα’λεγε κι ο θείος…

Απόφαση  για ανατροπή του καθεστώτος τυραννίας,  ελήφθη υπό το κράτος πανικού. Δικηγόρος, χαρτιά, παπαδόσημα, έξοδα παράστασης, η παράσταση έλαβε τέλος, αυλαία. Και μια υπογραφή,  που την πλήρωσα με -μνημονιακής χροιάς- όρους και πανωτόκια. «Ο λογαριασμός στην κυρία! Εγώ δεν ήθελα χωρισμούς…»

«Διαζύγιον εξεδόθη!», όπως με λύπη του διαπίστωσε ο θείος. Αιματηρή συναινέσει. «Υπογράφω, αλλά δεν θα πάρεις μία! Θα το μεγαλώσεις μόνη σου! ». Συνηθισμένα τα βουνά. Ουδέν νεώτερον απ’ το πατρικό μέτωπο!

Το μεγάλωσα μόνη μου. Μεγάλωσα κι εγώ μαζί του. Αντέξαμε. Παρά τους σφοδρούς βομβαρδισμούς με πυρά θανάτου. Χολή κι αδιαφορία. Κι απάνω που σηκώναμε λίγο κεφάλι, αρχίζανε οι σειρήνες του πολέμου. Έτσι τη βγάζω ετούτη την ισόβια θητεία. Ανάσα και  συναγερμός. Μικροχαρά και πανικός. Γέλιο και τρεχαλητό στο καταφύγιο. Σφιχταγκάλιασμα με το παιδί στα σκοτεινά.  Εμπύρετες νύχτες, ξενύχτια, ζόρια, κόντρες κι εφηβικές ανησυχίες. Κι εγώ σκοπιά, μ’ ένα ντεπόν κι ένα θερμόμετρο υπό μάλης. Και γιορτές σχολικές που δεν τις χειροκρότησε κανείς. Απ’ το γραφείο τον σκεφτόμουν να λέει το ποίημά του και βάραγα το πληκτρολόγιο, σα να ήμουν στη γιορτή και του βαρούσα παλαμάκια. Τι να σου λέω τώρα…

Ακολουθεί ανακοινωθέν απ’ το μέτωπο. Που θα’λεγε κι ο θείος.
«Ευπειθώς αναφέρω ότι:
Αν στεκόσουν στο ανάστημά σου, αυτή την εποχή θα έβαζες πλάι σου τον μικρό και θα στοιχίζατε το ύψος σας. ΄Ενα κι εβδομήντα έφτασε. Θα το χάραζες με μολύβι στην κάσα της πόρτας. Και θα καμάρωνες».

Χωρίς ίχνος υπόληψης,
Ο «θησαυρός» σου!

Ή, κατά τον θείο Ορέστη…


 Mόνιμος Στρατιώτης Πεζικού, διατελών παραλλήλως καθήκοντα:
Υπαλλήλου Γραφείου
Νοικοκυράς  με μεταπτυχιακά
Οικονομολόγου, με μάστερ στην  αιματηρή – μικροοικονομία
Μητέρας με  ανεγνωρισμένους τίτλους θυσιών

*****

(Είναι αφιερωμένο στη φίλη που γνώρισα σ’ ένα γειτονικό φυλάκιο. Εγώ με μαυρισμένη την ψυχή, αυτή με μαυρισμένο το κορμί. Παρέα γλύφαμε τις πληγές μας, πριν γυρίσουμε αγχωμένες στη σκοπιά μας. Μαζί στις «καλλιόπες», στα μαγειρεία και στα καψόνια. Κατά τύχη -ίσως-  τη λένε Μάχη).

  

                                                     



Ευχαριστώ από καρδιάς τους φίλους και τις φίλες που με τίμησαν με το δεύτερο βραβείο, στο διαγωνισμό του TEXNIS STORIES. Ευπειθώς αναφέρω ότι η ιστορία αυτή, δεν είναι παρά ένα μικρό αντιπροσωπευτικό δείγμα απ’ τις γυναίκες (ή και τους άντρες), που δίνουν μικρές - καθημερινές μάχες επιβίωσης, ανάμεσα σε πυρά «πολέμου». Αν το μεγάλωμα ενός παιδιού αποτελεί στόχο ζωής για ένα ζευγάρι, όταν αυτό γίνεται προσωπική υπόθεση και ευθύνη μόνο για τον έναν, τότε είναι άθλος. Κατά την ταπεινή μου πάντα γνώμη…

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

"Του γάμου και της τάβλας" (συρτό-καλαματιανό)

 
 
Της Μαρίας Κανελλάκη



"Η αναπάντεχη είδηση, που έσκασε σα βόμβα"



**********************

"Το χρονικό της ρήξης"




**********************

"Το παρασκήνιο"


**********************

"Φώτη πού πας;" ♫ ♪ ♫ ♪


«Δεν ξέρω γιατί άλλαξε στάση. Δεν θέλω να διατυπώνω δημόσια υποθέσεις. Ξέρω όμως ότι είχε βρεθεί συμφωνία την Τετάρτη το βράδυ. Φυσικά με ενόχλησε η στάση του την Πέμπτη το βράδυ. Αλλά δεν αλλάζω την άποψή μου για το πρόσωπό του. Ούτε θα με ακούσετε ποτέ να μιλάω απαξιωτικά για τον ίδιο και το κόμμα του. Αυτό το θεωρώ μικρότητα και δεν το επιτρέπω στον εαυτό μου».


☢~ ☢~ ☢~☢ ~☢~ ☢~☢ ~☢ ~☢

"Ο παρηγορητής"



ã….äCI%[ ...


Υστερόγραφον:

"Μέσα σ' όλα, αναβλήθηκε η προγραμματισμένη για την Κυριακή και Δευτέρα επίσκεψη του Προέδρου της Δημοκρατίας, Κάρολου Παπούλια στη Λευκάδα, λόγω των πολιτικών εξελίξεων"



© Μαρία Κανελλάκη


Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Το Βλέμμα!

 
Της 'Ελενας Λουκοπούλου
 
 
 

 Ξέρεις μέσα σου ότι αυτό είναι το τελευταίο βλέμμα, δεν θα το ξαναδείς και δεν μπορείς να κουνηθείς, δεν μπορείς να αναπνεύσεις για να μην το χάσεις πιο γρήγορα.

Γίνεται να αγαπήσεις ένα βλέμμα από την πρώτη στιγμή που θα σε ακουμπήσει;

Γίνεται να σπάσει το κορμί μόλις το χάσεις;

Αλήθεια σπάνε τα κορμιά;

Πώς να το αποχωριστείς;

Πως παίρνεις απόφαση ότι δεν θα το ξαναδείς;

Η ορμή που έχει η καρδιά, κρατάει με νύχια και με δόντια το τελευταίο βλέμμα, να μην χάσει ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα κλείσιμο των βλεφάρων.

Πονάει δεν θες να το αφήσεις, δεν κάνεις ούτε ένα βήμα πίσω.

Πονάει, πριν το χάσεις, πονάει!

Φεύγει όμως και παίρνει ένα τεράστιο κομμάτι σου μαζί του.

Και το υπόλοιπο σώμα;

Παραλύει, το κορμί, τα πόδια, η ψυχή.

Πόση δύναμη χρειάζεται για να το κρατήσεις στο μυαλό σου, να μην χαθεί;

Γιατί χάνεται με τον καιρό η όψη του και μένει για πάντα η αίσθηση που σου αφήνει όταν το αποχωρίστηκες.

Παζλ η ζωή σου , το κορμί σου, που προσπαθείς να το ξαναφτιάξεις από την αρχή αλλά δεν τα καταφέρνεις.

Ξανασπάει, σε χίλια κομμάτια γιατί δεν θα το ξαναδείς.

Ολη η ζωή σου αυτό το βλέμμα!

Σε πήρε μαζί του για πάντα!

Είσαι δική του για πάντα, το ξέρεις, για πάντα!

Μέχρι να σε ξαναδώ λοιπόν!

 

 

 

 

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Το κορίτσι του νυχάδικου

Της Μαρίας Κανελλάκη
 
Η Τζίνα είναι υπάλληλος πολυσύχναστου νυχάδικου. Είχα την ευκαιρία να τη γνωρίσω από κοντά, αλλά τη βλέπω και κάθε πρωί, πηγαίνοντας στη δουλειά μου. Περιμένοντας στο φανάρι της περιοχής, την χαζεύω από μακριά να ετοιμάζει τα σύνεργά της. Συνήθως εκείνη την ώρα, τακτοποιεί τα μπουκαλάκια με τα βερνίκια, καθαρίζει τους νιπτήρες ή εξυπηρετεί ήδη την πρώτη πελάτισσα της μέρας. 


Είναι μικροκαμωμένη και αέρινη. Από μακριά, μοιάζει με αραχνοΰφαντη κουρτίνα, που κινείται κατά τη φορά του ανέμου . Το δέρμα της είναι σχεδόν διάφανο και τα άκρα της είναι ισχνά, αλλά καλοσχηματισμένα. Το μόνο στοιχείο που δίνει όγκο στη φιγούρα της, είναι οι πορφυρές μπούκλες της, που πέφτουν σαν κατακόκκινος καταρράκτης ως τη μέση της. Έχει μάτια υγρά και φλύαρα, που όταν βρίσκουν άλλα μάτια-αποδέκτες, στήνουν αμέσως κουβέντα μαζί τους. Το στόμα της είναι μια μικρή, άγρια ορχιδέα. Άλλοτε διάπλατα ανοιχτή, αποκαλύπτοντας μια σειρά μαργαριταρένια δόντια. Κι άλλοτε σφραγισμένη, έτσι όπως οι οδηγίες της ιδιοκτήτριας το απαιτούν. «Δεν μιλάμε, παρά μόνο για τα εντελώς απαραίτητα. Μόνο αν μας απευθύνουν το λόγο, απαντάμε ευγενικά και λακωνικά».

Το λεξιλόγιό της περιλαμβάνει περιορισμένες φράσεις, όπως «Περάστε στο νιπτήρα παρακαλώ!». Και γενικά, ότι έχει να κάνει με πόδια, νύχια, φτέρνες, κάλους, χρώματα, βερνίκια και τεχνοτροπίες. Είναι εκπαιδευμένη στο να ξεπετάει ανά μισάωρο την κάθε πελάτισσα. Και να δέχεται αδιαμαρτύρητα, όλα τα ραντεβού-σφήνες. Η παραγωγικότητά της μετριέται σε ζευγάρια πόδια και χέρια ανά ημέρα, σε χρόνους και σε σιωπές. Όσο λιγότερο μιλάει κι όσο περισσότερο αποδίδει, τόσο η θέση της γίνεται λιγότερο επισφαλής για τη σεζόν που τρέχει.

Η Τζίνα δεν είναι παρά ένα αναλώσιμο ανταλλακτικό στη φάμπρικα της ομορφιάς. Ανά πάσα στιγμή, μπορεί να βρεθεί άνεργη και να αντικατασταθεί απ’ την επόμενη «Τζίνα», που περιμένει στην ουρά των άνεργων κοριτσιών. Ακόμα και στις «δύσκολες μέρες» που τις βγάζει με αναβράζοντα αναλγητικά, είναι υποχρεωμένη να παίξει επάξια την παράστασή της. Να καθίσει στο σκαμνάκι της και να σκύψει στα πόδια που είναι απλωμένα απέναντί της. Απεριποίητα και ανυπόμονα να δεχτούν τις φροντίδες της. Να τα πλύνει, να τα τυλίξει στην πετσέτα, να τα περιποιηθεί και να τα χαλαρώσει με τα χάδια και τις μαλάξεις της. Οι κλεφτές ματιές της κινούνται αγχωμένα, ανάμεσα στην αφεντικίνα, στο ρολόι και στην πελάτισσα. Που συνήθως ξεφυλλίζει αδιάφορα ένα περιοδικό, ή συζητάει με την κάτοχο των ποδιών του διπλανού νιπτήρα.

Η Τζίνα δεν θα αποκτήσει ποτέ ένα πολυσέλιδο βιογραφικό. Που να γράφει το πραγματικό της όνομα «Ευγενία» κι όχι το επαγγελματικό της ψευδώνυμο. Δεν θα νιώσει την αγωνία των συνομηλίκων της, που τούτη την εποχή δίνουν πανελλήνιες εξετάσεις. Στην καθημερινότητά της, δεν προσμένει τίποτα περισσότερο, απ’ την εύνοια της ιδιοκτήτριας κι ένα ευτελές φιλοδώρημα στο μεταλλικό κουτάκι που υπάρχει για όλα τα κορίτσια στο ταμείο. Ίσως κι ένα βλέμμα κατανόησης απ’ την πελάτισσα που περιποιείται. Ενδεχομένως, να μην της πουν ποτέ πόσο ανακουφιστικά είναι τα χάδια της. Και πόσο όμορφα είναι τα λουλούδια που ζωγραφίζει μ’ ένα μικροσκοπικό πινέλο πάνω στα νύχια. Καμιά πελάτισσα δεν θα αντιληφθεί το καρδιοχτύπι της, την ώρα που της βγάζει με ευλαβική προσοχή τις πλαστικές σαγιονάρες και της φοράει τα πέδιλα. Με χειρουργικές κινήσεις. Να μην χαλάσει το χρώμα. Και διαμαρτυρηθεί η πελάτισσα. Και τα ξανακάνει όλα απ’ την αρχή. Ασετόν, βερνίκι, χρώμα, λουλουδάκι και περίγραμμα. Κι έχοντας χρεώσει το «ποινικό της μητρώο» με μια δυσαρεστημένη πελάτισσα και αρκετή ώρα χασομέρι.

Και δεν θα διαβάσει ίσως ποτέ, πως οι άνθρωποι που κατέχουν την τέχνη του αγγίγματος, είναι βαθιά μορφωμένοι.

                                             

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

"Το πορτοκάλι"

 
Της Μαρίας Κανελλάκη
ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΚΑΜΠΑΝΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ 2013
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ 

Το spot "Crete -- Incredible Hospitality", αποτελεί μέρος της καμπάνιας τουριστικής προβολής της Κρήτης για το 2013, "Crete - Incredible memories".
Είναι το ένα από μία σειρά διαφημιστικών τρίλεπτων και μονόλεπτων εκδόσεων, με στόχο την προβολή της κρητικής ιστορίας, φιλοξενίας, διατροφής καθώς και των υπέροχων παραλιών του νησιού.
Οι τρίλεπτες εκδόσεις θα πλαισιώσουν την ιστοσελίδα www.incrediblecrete.gr και οι μονόλεπτες εκδόσεις προβάλλονται ήδη σε ξένα τηλεοπτικά δίκτυα όπως το Travel Channel.

Παίρνουν μέρος οι ηθοποιοί:
Γρηγόρης Ορφανουδάκης - Πατέρας,
Douglas Foote -- Επισκέπτης,
Κοντουδάκη Ματίνα -- Μητέρα,
Κοντουδάκη Νένα -- Γιαγιά,
Κοντουδάκης Μανώλης -- Παππούς,
Ντουσάκης Ορέστης -- Παιδί,
Ντουσάκης Μανώλης -- Παιδί

Σκηνοθεσία: Παπαδουλάκης Θεόδωρος

(για την Αγριμιώ εξαιρετικά...)

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

"Κοιμήσου..."

 
Της Μαρίας Κανελλάκη
 
 
 
Άνοιξη έξω. Αύριο θα σε πάω για νύχια και μαλλί. Μετά θα κατηφορίσουμε στα πολυμάγαζα και θα φορτωθούμε πλαστικές σακούλες με φτηνά μακώ και τενεκεδένια βραχιόλια. Πίσω απ’ την καλαίσθητη γυψοσανίδα στο δοκιμαστήριο, ένα αγόρι θα αδειάζει πλαστικές σακούλες με στίβες από δαύτα. Ευτυχώς, εσύ θα καθρεφτίζεσαι. Αν έβλεπες τους δεμένους μπόγους να σκάνε με δύναμη στο σκονισμένο πάτωμα, θα έφευγες τρέχοντας. Σε κάποιον παράλληλο ορίζοντα, σε μια επαρχιακή πόλη έξω απ’ το Μπαγκλαντές, μια μπουλντόζα θα ξερνάει λιωμένα πτώματα εργατών. Τίποτα το αξιoπρόσεκτο. Χίλια ζευγάρια φτηνά εργατικά χέρια, λιγότερα. Στην επόμενη κολεξιόν, λέγεται πως θα έχουν στάμπα με τη φωτογραφία του ζευγαριού που βρέθηκε αγκαλιασμένο στα ερείπια του θυσιαστηρίου. Συλλεκτικό κομμάτι. Η φρίκη πουλάει. Κοιμήσου...

 Έξω απ’ το σταθμό του μετρό, θα κάνουμε στάση για καφέ. Η κοπέλα που θα μας σερβίρει, θα έχει μάτια από νεφρίτες και κάτασπρη επιδερμίδα. Θα τη λένε Άλμα και θα έχει στην πλάτη της τα σημάδια απ’ τα φρεσκοκομμένα φτερά της. Αν απομόνωνες τα χέρια της, θα έπαιρνες όρκο πως είναι ζωγράφος. Ή πιανίστρια. Το χαμένο της όνειρο θα πετάει σα μπαλόνι στον ουρανό και θα συναντήσει το δικό σου μετά από μήνες. Εκεί που θα σερβίρεις κι εσύ, τους ντόπιους κάποιας άλλης χώρας. Για να βγάζεις τα έξοδα της επιβίωσής σου. Όχι… εδώ δεν έχει μέλλον. Κοιμήσου…

Να ονειρευτείς πως βουλιάζεις σε απέραντα φραουλοχώραφα. Μπήγεις τα δόντια σου σε θηριώδεις φράουλες και λερώνεσαι με ζουμιά σε αιμάτινες αποχρώσεις. Ένας μπάτσος κλωτσάει με λύσσα το φυτό που σε λέρωσε κι εσύ παρατηρείς πως μέσα απ’ το κράνος δεν υπάρχει φυσιογνωμία ανθρώπου. Είναι μια κονσόλα με κουμπιά και διακόπτες. Όταν λειώσει και τον τελευταίο ιστό ζωής στο χωράφι σου, θα κλωτσήσει μετανάστες, απεργούς, τοξικομανείς και  αστέγους. Θα πετάξει δακρυγόνα σ’ ένα δημοτικό σχολείο της Ιερισσού και θα μειδιάσει με τον πνιγηρό βήχα ενός οκτάχρονου κοριτσιού.  Θα ξυλοκοπήσει άγρια ηλικιωμένους που δεν αφήνουν την Εταιρεία να σκάψει τις Σκουριές και θα συμμετέχει στις νυχτερινές απαγωγές «υπόπτων πολιτών» μέσα απ’ τα σπίτια τους, για εξακρίβωση και ανακρίσεις.  Το πρωί που θα ξυπνήσεις, όλα θα έχουν τελειώσει. Μη σκέφτεσαι τον εφιάλτη. Οι κακοί θα έχουν μεταφερθεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, υψίστης ασφαλείας. Με ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα και άγρια σκυλιά τριγύρω.  Να αλυχτάνε για αίμα και τιμή. Κοιμήσου…

Μη μπεις στον πειρασμό να σκεφτείς πως αυτά τα σύρματα δεν υπήρχαν χτες βράδυ έξω απ’ το παράθυρό σου. Τα σύνορα ολοένα αλλάζουν. Στενεύουν επικίνδυνα. Οι θάλασσες θα γίνουν οικονομικές ζώνες, τα δάση θα αποψιλωθούν και θα γίνουν ορυχεία εξόρυξης και τα νησιά θα βγουν στο σφυρί.  Την ώρα που θα βουλιάζει ένα σαπιοκάραβο στα νερά του Αιγαίου, φορτωμένο με ανθρώπους-μπαλόνια, εσύ θα υπακούς στη φωνή του στρατοπεδάρχη απ’ τα μεγάφωνα. Θα βγάλεις τα ρούχα σου και θα τ’ αφήσεις έξω απ’ την πόρτα μαζί με τα προσωπικά σου αντικείμενα. Θα μπεις στο θάλαμο που θα σου υποδείξουν, για να κάνεις ντουζ με νερό και σαπούνι. Να το πιστέψεις. Ο αδιαμαρτύρητος θάνατος, είναι πιο ανώδυνος για το θύμα και  πιο βολικός για το θύτη.

Έλιωσε το κερί των Ανθρώπων. Σκοτάδι… Κοιμήσου…


Ένα μεγάλο ευχαριστώ στη Φλώρα για το φιλόξενο στέκι της και το ανερχόμενο παιχνίδι λέξεων που έχει καθιερώσει εδώ και καιρό. Στο δέκατο παιχνίδι, το «Κοιμήσου…» αξιώθηκε να διακριθεί με το πρώτο βραβείο. Αυτή τη φορά, το παιχνίδι βασίστηκε στις λέξεις: «φυσιογνωμία, ορίζοντας, κερί, σταθμός & πειρασμός».

Εγκάρδιες ευχαριστίες σε όλους τους φίλους και φίλες που με τίμησαν με την ανάγνωσή τους. Ελπίζω ειλικρινά το κείμενο, να γίνει αφορμή για ανήσυχα ξυπνήματα και ουσιαστικές «βόλτες» στους δρόμους της αλήθειας μας. Και τα θερμά μου συγχαρητήρια σε όλους τους συμμετέχοντες, που κάθε φορά δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους και κάνουν την υπέρβαση.  Κι από ένα απλό παιχνίδι με λέξεις, στήνεται σιγά-σιγά ένα «Ανταλλακτήριο Ιδεών»…

Μαρία Κανελλάκη