Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Μεγάλε!...


Της Μαρίας Κανελλάκη
 
 
Θα στα πω γρήγορα.  Δεν προλαβαίνω πάλι. Ξέρεις... Δουλειές και προβλήματα. Δηλαδή, και να μη θέλεις να ξέρεις, στα δίνουμε σε εισπνεόμενα.  Πρωί-μεσημέρι-βράδυ. Στο σχολείο, στο σπίτι, στην πλατεία, στο δρόμο, στο προαύλιο, στο δωμάτιό σου, στον αέρα που αναπνέεις. 

Θα μου πεις: «Τώρα σε πήρε ο πόνος; Λίγες μέρες πριν τις εξετάσεις»;  Και θα έχεις απόλυτο δίκιο.
Και θα σου πω με βαρύγδουπο ύφος: «Μα τώρα είναι η πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής σου»! Και θα είναι το απόλυτο ψέμμα.

Κι ύστερα θα μου πεις έξαλλος: «Θ’ αποφασίσω μόνος μου για τις σχολές που θα βάλω στο μηχανογραφικό!...»
Κι εγώ θα σε πυροβολήσω με το τεντωμένο μου δάχτυλο: «Ξέχνα το! Είσαι πολύ μικρός για να πάρεις τέτοιες αποφάσεις!»

Κι εσύ θα με κολήσεις στον τοίχο αλύπητα: «Ρε Μάνα, μου έχεις γανώσει το κέρατο ότι μεγάλωσα πια!!!...  Να είμαι ο εαυτός μου και να μην επηρεάζομαι από κανέναν... Να έχω  τη δική μου άποψη, να βάζω μόνος μου  στόχους  και να υποστηρίζω πάντα τις επιλογές μου! Τώρα, μίκρυνα πάλι;;;».
Χτύπημα νοκ-άουτ! Απ’ τη μια σε καμαρώνω κι απ’ την άλλη θυμώνω γιατί μου αντιστέκεσαι.

Θ’ αποφύγω την απάντηση, στύβοντας πορτοκάλια. Ένα ποτήρι φρέσκιας πορτοκαλάδας με βοηθάει χρόνια τώρα,  να ξεφεύγω απ’ το στενό μαρκάρισμα που μου κάνεις. Εκτονώνει το θυμό μου και συντηρεί την πατίνα της ψευδαίσθησής  μου. Πως τάχα ένα ποτήρι πορτοκαλάδα, μου δίνει το δικαίωμα να εισβάλλω στη ζωή σου. Να μη βαράω την πόρτα, περιμένοντας να μου ανοίξεις. Να μπουκάρω και να κάνω εφόδους,  όπως η αντιτρομοκρατική σε μια γιάφκα.

Θα σε βάλω απέναντι στη λάμπα και θα πάρω το ύφος του Αστυνόμου Χαρίτου. Η αρχική τακτική ενός καλού ανακριτή, είναι το πλησίασμα. Κάθε μάνα που σέβεται το ρόλο της, το γνωρίζει καλά. Ατμόσφαιρα που παραπέμπει σε υπόγειο της ΓΑΔΑ, προσποίηση χαμόγελου και ερωτήσεις σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο:

Λοιπόν, λέγε:
«Πώς θα συμπληρώσουμε το μηχανογραφικό;»
«Πώς θα επιλέξουμε σχολές;»
«Ποιες σχολές θα επιλέξουμε;»
«Σε ποια περιοχή;»
«Τι επαγγελματική αποκατάσταση έχουν οι σχολές που θέλεις εσύ;»
«Πώς θα διαχειριστούμε το άγχος των εξετάσεων;»

Και θα τελειώσω με τη χαριστική βολή:
«Εννοείται ότι αν αποτύχεις στις εξετάσεις, χρεώνεται σε σένα».
«Αν η σχολή που επιμένεις να πας, δεν έχει επαγγελματική αποκατάσταση και καλές αμοιβές,  επίσης χρεώνεται σε σένα».
«Αν η σχολή που επιμένω να πας, δεν σου αρέσει αλλά πας με το ζόρι, επίσης χρεώνεται σε σένα. Γιατί δεν επέμενες να μη πας, αλλά πήγες μόνο και μόνο για να μου κάνεις το κέφι!»
«Αν αποτύχεις γενικότερα στη ζωή σου, θα φταίνε οι λάθος επιλογές που έκανες».
«Αν κάνεις λάθος επιλογές, αυτό θα γίνει γιατί δεν ακούς τις συμβουλές που σου δίνω και κάνεις ότι σου καπνίσει!».
«Τώρα που το θυμήθηκα... Καπνίζεις; Βρήκα μια γόπα στον κήπο, κάτω ακριβώς απ’ το παράθυρό σου!»

Μεγάλε!
Μπορείς να με στείλεις... αδιάβαστη;
Μπορείς να διακρίνεις στα λόγια μου την αγωνία, την ανασφάλεια και τις ενοχές μου;
Πέταξέ τα μακριά.
Βαρίδια θα σου είναι μια ζωή.
Και φυλάξου! Απ’ όσους δηλώνουν γνώστες και πρόθυμοι να συμπληρώσουν το μηχανογραφικό της ζωής ΣΟΥ.
Εμού συμπεριλαμβανομένης.
Τα όνειρα είναι δικά σου.
Όπως και τα λάθη που θα κάνεις.

Εγώ θα είμαι πλάι σου, να ...στύβω πορτοκαλάδες.
Να σε στηρίζουν και να σε δυναμώνουν στις εξετάσεις.
Σ’ αυτές, και σ’ όλες τις άλλες που θα έρθουν στη ζωή σου. 

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Μια βόλτα;


Της 'Ελενας Λουκοπούλου

 

Σήμερα η μέρα έχει ταξιδάκι.

Ένα μέρος ονειρικό, μαγικό που έχει δεθεί με τις καλύτερες και πιο ξέγνοιαστες στιγμές της ζωής μου.

Ακροναυπλία!

Ένα μαγικό μέρος μέσα στην πόλη του Ναυπλίου!

Ένα μικρό κομμάτι γης που προσπαθεί να κόψει την θάλασσα στη μέση.

 

                                 

Κομμένο από τον κόσμο μακρινό αλλά και τόσο κοντινό!

Δεν ξέρω τι να σας πω άλλο για πρόλογο πρέπει να το νιώσετε, ελπίζω να καταφέρω να σας μεταφέρω κάτι από αυτό που νιώθω όταν το διαβαίνω.

Ξεκινάει από την Αρβανιτιά, μια καταπληκτική παραλία υπό το φως του Παλαμηδίου, αυτού του επιβλητικού τεράστιου όγκου, με τη βαριά ιστορία, που τη νιώθεις μόνο που τον κοιτάς.

Αυτή η βαριά ιστορία ίσως έχει στοιχειώσει και αυτό το μέρος και αισθάνεσαι περίεργα όταν κάνεις αυτή τη βόλτα.

Η παραλία με βότσαλο ψιλό και καταγάλανα νερά!

Είναι μικρή και απότομη και νομίζεις ότι έχει φτιαχτεί μόνο για σένα.

Νομίζεις ότι την έχει καλύψει ένα φυσικό παραβάν για να κάνεις ανενόχλητος το μπάνιο σου.

Ξεκινάει λοιπόν ο περίπατος  παράλληλα στη θάλασσα με μία διάθεση να κάνεις μια παραθαλάσσια βόλτα σαν όλες τις άλλες που έχεις κάνει.

Αμ δε!

Όσο προχωράς, έχεις μια περίεργη αίσθηση, νομίζεις ότι έχεις μπει σε κάποια άλλη εποχή πολύ μακριά από όλα και έκλεισε και η πόρτα πίσω σου.

Μη φοβάστε! Μαζί θα περπατήσουμε!

Περπατάς και νομίζεις  ότι θα εμφανιστεί μπροστά σου ξαφνικά κάποιος φουστανελάς με τουφέκι για να τον βοηθήσεις να κρυφτεί από τους Τούρκους που τον κυνηγάνε.                                      

Προχωράς όλο υποψία, ο δρόμος σε πάει μόνος του και νιώθεις μια περίεργη ταραχή σαν κάτι απόκοσμο να σε περιβάλλει.

Οι χτύποι της καρδιάς σου για ένα περίεργο λόγο ανεβαίνουν πολύ.

Κοιτάς από τη μια μεριά, ο ψηλός επιβλητικός βράχος και από την άλλη το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας, τόσο καθαρό σαν καθρέφτης, και μέσα διακρίνεις τις μάχες που γίνονταν στο Παλαμήδι και μια ανατριχίλα κυριεύει  όλο σου το κορμί.

Θα πέσει ο βράχος να με πλακώσει, θα πέσω στη θάλασσα να πνιγώ, τι;

Όλο το μέρος σε τυλίγει και  νιώθεις κομμάτι του, σαν να σε τράβηξε ξαφνικά κάποιος με δύναμη σε άλλη εποχή.

Δεν είσαι σίγουρη αν θέλεις να συνεχίσεις, αλλά το κορμί σου, τα πόδια σου, σε τραβάνε μπροστά, σαν να μην μπορείς να τα ορίσεις.

Καθώς περπατάς βλέπεις μια τρύπα στον βράχο σαν να την έχουν σκαλίσει άνθρωποι με τα χέρια τους, όπως οι κατασκευές που κάνουν τα παιδιά στην άμμο.

 

                             


Περνάς από κάτω και νιώθεις λες και πέρασες σε άλλη διάσταση.

Προχωράς σιγά σιγά μην και χάσεις καμιά εικόνα, ένα πέταγμα, ένα κύμα και  όσο προχωράς νιώθεις να αιωρείσαι πάνω από τη θάλασσα, δεν βλέπεις τα πόδια σου και το έδαφος καθόλου, απλά με κάποιο τρόπο προχωράς!

Οι αισθήσεις σου όλες στο κόκκινο. Τρέμεις και σου φαίνεται περίεργο γιατί είναι καλοκαίρι και έχει 30 βαθμούς.

Και ξαφνικά κάτι σου τραβάει την προσοχή.

'Ενα άσπρο κάτασπρο στίγμα πάνω στον βράχο από τα δεξιά σου.

Υπάρχει κάτι εκεί ή βλέπεις οράματα ξαφνικά σε αυτό τον περίεργο κόσμο που βρέθηκες.

Κι όμως, κάτι υπάρχει εκεί!

 

 

Καλέ, που βρέθηκε αυτό ξαφνικά;

Ποιος το έφτιαξε ή μήπως σκαρφάλωσε μόνο του εκεί πάνω.

Πρέπει να ανέβεις  οπωσδήποτε, σκέφτεσαι!

Βέβαια είσαι λίγο κουρασμένη δεν ξέρεις  αν τα πόδια σου θα αντέξουν και τι θα συναντήσεις εκεί πάνω!

Το σκέφτεσαι το ξανασκέφτεσαι και τελικά νιώθεις κάτι να σε σπρώχνει, μια περίεργη ώθηση.

Αρχίζεις  να ανεβαίνεις και νιώθεις σαν να πετάς όλο και πιο ψηλά, κάθε σκαλί και ένα πέταγμα πιο πάνω.

Δε νιώθεις τα πόδια σου!

Φτάνεις στην κορυφή και ξεχνάς τι έκανες εκεί κάτω, πώς έφτασες εδώ, αν είναι κάποιος δίπλα σου.

Απλά πετάς και κοιτάς σαν τη χαζή γύρω σου!

Το βλέμμα δεν έχει κανένα εμπόδιο, αφήνεσαι.

Ο βράχος πίσω σου σε έχει τυλίξει, αλλά το μπλε του ουρανού και το μπλε της θάλασσας δεν σου αφήνουν  περιθώρια να κοιτάξεις αλλού.

Πετάς!

Πώς είναι δυνατόν! Πετάς!!

Ανατριχίλα και καμία διάθεση να κατέβεις, ποιος άνθρωπος θα αισθανόταν ότι πετάει και θα ξανακατέβαινε στη γη, αλλά πρέπει να συνεχίσεις να δεις πού θα οδηγήσει όλη αυτή η απόκοσμη διαδρομή.

Προχωράς και η ομορφιά πετάγεται μπροστά σου από παντού, στα πιο απίθανα σημεία.

                                                         

'Ενας είναι ο δρόμος και κάπου μαγικά οδηγεί!

 

                                                   


Ξαφνικά, ενώ έχεις φύγει από αυτόν τον κόσμο και ταξιδεύεις σε άλλους κόσμους, σε άλλες εποχές, ακούς φωνές και γέλια παιδιών και μετά από μια μεγάλη στροφή, βλέπεις μπροστά σου ένα μικρό φυσικό λιμανάκι που κόσμος κάνει μπάνιο, κάποιοι τρώνε σε μια μικρή ταβερνούλα και άλλοι ετοιμάζονται να μπουν στον κόσμο που μόλις πέρασες.

 

                                


Και μένεις να κοιτάς με απορία πώς βρέθηκες ξαφνικά ανάμεσα σε κόσμο, πίσω στον κόσμο στο σήμερα.

'Ησουν κάπου αλλού πριν λίγο, πολύ μακριά αιώνες και χιλιόμετρα πίσω κάπου που τα πόδια σου δεν τα ένιωθες, που ο φόβος και το άγνωστο ήταν παρέα σου και τώρα τι;

Κάποιος κατάλαβε ότι έχεις ξεφύγει από το σήμερα, ότι μπαίνεις σε παράξενα απαγορευμένα μονοπάτια και σου κόβει τη φόρα.

Κάποιος ζήλεψε;

Δεν θα βγεις σε μία μαγική πόλη σε άλλη εποχή με μάγους και νεράιδες;

Το έζησες πραγματικά ή χάζεψες από τη ζέστη και την κούραση;

Να προχωρήσεις μπροστά ή να ξαναπάς πίσω;

Θα το αντέξεις πάλι για δεύτερη συνεχόμενη φορά ή θα καταλάβεις ότι όλα αυτά ήταν της φαντασίας σου;

Η παραλία μπροστά  σου είναι η πιο μεγάλη λύτρωση εκείνη τη στιγμή, μια βουτιά και καθαρίζει το μυαλό αμέσως.

Μόλις βγεις από το νερό θα τα ξεχάσεις όλα και θα συνεχίσεις την μέρα σου.

Θα συνεχίσεις ή….

ΥΓ. Η γωνιά αυτή του κόσμου έχει μια επιρροή επάνω σου, που δεν ξέρεις αν είναι καλή ή αν κάποιος παίζει με το μυαλό σου.

Μπορεί και να είμαι υπερβολική... Μια επίσκεψη όμως θα σας πείσει.

Συμβουλή: Μην πάτε με παρέα αυτή τη βόλτα, αλλά μόνοι σας.

Νομίζω ότι βγάζει στον καθένα αυτό που έχει μέσα του.

Ελπίζω να την απολαύσετε!

 

 

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

«Αμάν μπαϊλντί…» #2

Της Μαρίας Κανελλάκη
<!--[if !vml]--><!-[endif]-->
Δύο τινά.  Έχω παραισθήσεις.  Ή κουζίνα στοιχειωμένη. Τα βράδια που στρώνω τραπέζι, βάζω παραπανίσια μαχαιροπήρουνα. Να γλυτώσω το σήκω-κάτσε. Την ώρα που σερβίρω το φαγητό, βλέπω τον Αντωνάκη να κάθεται δίπλα στα παιδιά και να μου απλώνει σα φουρναρόφτυαρο το πιάτο του: «Θα σεβαστούμε τις υπογραφές μας!  Έξοδος απ’ το μνημόνιο θα σήμαινε πολιτική αστάθεια και .... λίγες πατατούλες ακόμα παρακαλώ... εδώ στην άκρη...».  Aνοίγω το ψυγείο και μου κλείνει το μάτι ο Σόιμπλε, πλάι στα παριζάκια και τις μουστάρδες.  Στο ντουλάπι με τα γυαλικά είναι μπαστακωμένη η Ανγκέλα και ρωτάει αν θέλω ποτήρια μπύρας ή νερού. Ο Βαγγέλης κλέβει μονίμως απ’ το πιάτο μου κι ο Φώτης μου κάνει παρατήρηση για το κουνουπίδι. Να προτιμάω μπρόκολο που δεν του φέρνει φούσκωμα. Στην παλιά φωτογραφία πάνω απ’ τη σερβάντα, είναι ο παππούς αγκαλιά με τη γιαγιά και στα πόδια τους αραδιασμένοι ο Αλέξης, ο Νικόλας κι η Αλέκα. Κοντοκουρεμένοι,  με σοσόνια, λιωμένα παπούτσια και σακάκια τύπου Μέρκελ. Τσουρούτικα και σφιχτοκουμπωμένα.

Ελλείψει χρημάτων για ψυχοψάξιμο, έκανα μια πρόχειρη αυτοδιάγνωση. Μετά από αμέτρητες ώρες  έκθεσης  στην τηλεόραση και αφού είχα μαγειρέψει συντροφιά τους εκατοντάδες  φαγητά παρακολουθώντας δελτία ειδήσεων, συζητήσεις και συνεδριάσεις, έπαθα ταύτιση. Μοιράζανε υποσχέσεις  αυτοί στα μικρόφωνα, ψιλόκοβα εγώ κρεμμυδάκια κροσέ στο ξύλο κοπής.  Τσακωνόντουσαν στη Βουλή για το ποιος την έχει μεγαλύτερη (την ευθύνη), δώστου εγώ να βαράω αυγολέμονα και μαρέγκες. Ψηφίζανε φοροεισπρακτικά νομοσχέδια, άρπαζα εγώ το μπαλτά και τεμάχιζα το κοτόπουλο με υποχθόνιους συνειρμούς και βορβορώδη ένστικτα.

Ευτυχώς η διάγνωση ήταν επιτυχής και έγκαιρη. Η μέθοδος αυτοθεραπείας, αλάνθαστη. Προκειμένου να μην καταθέσω την τηλεόραση στον κάδο ανακύκλωσης, περιορίζομαι στην κατάθεση της συνταγής-θεραπείας. Καθαρόαιμο ελληνικό φαγάκι, με υλικά που όλοι έχουμε  σπίτι μας και με απλές οδηγίες,  βήμα-βήμα. Καλή επιτυχία και φτου ξελεφτερία σ’ όσους το τολμήσουν:

Θα χρειαστείτε:
Μπόλικες δόσεις φίλων
2 κιλά καλοπλυμένη συνείδηση
3 σφηνοπότηρα  όραμα
Πολλά ματσάκια σκέψης
Eργατικότητα και φιλότιμο, ψιλοκομμένα σε πλούσιες μερίδες
Φιλέτα ξαρμυρισμένης μνήμης
Ντρέσινγκ αυτοκριτικής με σως ταπεινότητας
Ρεφενέ ανθρωπιά

Προαιρετικά:
Ξύσμα πατριωτισμού

Εκτέλεση:

  1. Απομακρύνουμε την τηλεόραση (απ’ το σπίτι /ή και το οικοδομικό τετράγωνο).
  2. Ξεπαγώνουμε από βραδύς τη μνήμη και την αφήνουμε να μαλακώσει και να   επανέλθει στο φυσιολογικό  της  μέγεθος.
  3. Βγάζουμε απ’ την κονσέρβα την ενημέρωσή μας και την αφήνουμε να «ξεκουραστεί» πάνω στον πάγκο της αλήθειας.
  4. Βάζουμε στο μούσκιο κοιλιές, προγούλια, γλώσσες και φαλάκρες.
  5. Ψιλοκόβουμε σε βρεγμένη σανίδα τους «μαϊντανούς»  της επικράτειας και τους πασπαλίζουμε με στρώσεις χοντρό αλάτι.
  6. Βράζουμε  στο ζουμί τους τα κόμματα,  τις τελείες, τις παύλες και τα νούμερα, σε δυνατή φωτιά μέχρι να εξατμιστούν εντελώς και να εξαφανιστούν απ’ την κατσαρόλα.
  7. Περνάμε στον τρίφτη ρίζες από παχιά λόγια, τρούφα από λεφτά που υπήρχαν, 700gr. πράσινη ανάπτυξη, ένα κλωνάρι επενδυτικά προγράμματα και φετούλες από πρωτογενές πλεόνασμα.
  8. Ανάβουμε στο φουλ τις αντιστάσεις μας.
  9. Τα τοποθετούμε όλα σε στρώσεις.  
  10. Τα θάβουμε οριστικά κάτω απ’ την αλισίβα της ιστορίας. 
  11. Και υποδεχόμαστε την  «Άνοιξη».

Το πρώτο χελιδόνι ξεκουράζεται πάνω στην κεραία της πολυκατοικίας. Κι είναι ο μόνος λόγος που δεν την έχω ξηλώσει ακόμα απ’ την ταράτσα.


Η συνταγή αυτή βραβεύτηκε με το "χρυσό σκούφο", στο ένατο παιχνίδι λέξεων της Φλώρας (TEXNIS STORIES). Οι υποχρεωτικές λέξεις αυτή τη φορά, ήταν: "Χελιδόνι, παιδί, φωτογραφία, υπόσχεση & νερό".
Αφού ευχαριστήσω εγκάρδια όλους τους φίλους και τις φίλες που με τίμησαν με την ψήφο τους, αλλά και  τη φίλη Μαρία που μας παραχώρησε τον πολύ ζεστό και φιλόξενο χώρο της "mytripsonblog" ... εύχομαι ολόψυχα σε όλους μας, να τολμήσουμε -επιτέλους- μια συμβολική πράξη, ενόψει της Μεγάλης Εβδομάδας. 
Την αποκαθήλωση της "κεραίας" απ' τη ζωή μας.




Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Ένα βότσαλο στη λίμνη

Της Μαρίας Κανελλάκη
 
 
Περίμενα να περάσει η αψάδα της στιγμής. Να’ρθει να καταλαγιάσει ο ενθουσιασμός και μετά να κλείσω ταμείο. Με την καρδιά αντίκρυ στη λογική μου. Να αποκωδικοποιήσω αυτά που με συνεπήραν πριν λίγες μέρες. Στη διάρκεια μιας αναπάντεχης συνάντησης, με τα πιο αναπάντεχα άτομα, σ’ έναν αναπάντεχα φιλόξενο χώρο.  Κι αυτό το επίθετο, σφηνωνόταν σα πρόθεμα σ’ όλους τους μπακαλίστικους υπολογισμούς που πάσχιζε να κάνει η λογική. «Αναπάντεχα»… Ωραίοι άνθρωποι!

Εν μέσω απύθμενης ύφεσης συναισθημάτων και επικοινωνίας και σε εποχές που επιβάλλουν μόνο πένθος και οιμωγές, πέντε γυναίκες στολιστήκανε χαμόγελα και ξεγλυστρίσανε με θράσος απ’ τα περιφρουρούμενα.  Κυριακάτικο ραντεβού σε μια πλακόστρωτη πλατεία στο κέντρο της πόλης. Κι ας μην τις είχα δει ποτέ, τις ξεχώρισα αμέσως από μακριά. Έγχρωμες σιλουέτες σ’ ένα ασπρόμαυρο φόντο.  Α… ναι, αυτές είναι! Κι είναι κι αυτή η υπερκόσμια στιγμή,  που λες πως την ξέρεις, την έχεις  ξαναζήσει ή έπρεπε να τη ζήσεις. Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο. Που θέλει χρόνο και γνώση για να φτάσει απ’ τις ατραπούς της ψυχής, στο συνειδητό.

Ακολούθησαν τα διεκπεραιωτικά. Συστάσεις, συγκίνηση, αγκαλιές. Γγνώριμες υπάρξεις σε άγνωστα πρόσωπα. Η στιγμιαία αύρα που κυκλώνει το ανθρώπινο σώμα απέναντί σου, που το μετατρέπει σε πομπό θετικής ενέργειας κι εσύ αφήνεσαι και το απολαμβάνεις ηδονικά. Ούτε που θυμάμαι πώς βρεθήκαμε σ’ ένα ιστορικό καφενείο στα στενά της Πλάκας. Είχα ήδη παραδοθεί στη μαγεία των στιγμών.

Έχοντας ως κοινή συνιστώσα την παρουσία μας στη μπλογκόσφαιρα, συναντηθήκαμε για πρώτη φορά και στήσαμε ένα αυτοσχέδιο εργαστήρι κατασκευής συναισθημάτων. Ανταλλάξαμε, νιώσαμε, συγκινηθήκαμε και κοινωνήσαμε την ευλογία της ανθρώπινης επαφής. Κι αυτά που δεν ειπώθηκαν με λόγια, αλλά με ματιές και χειρονομίες, τα κάναμε πακέτο και τα πήραμε μαζί μας. Να μας συντροφεύουν στην αγριάδα  της καθημερινότητάς μας.

Ένα βότσαλο έπεσε με δύναμη στα λιμνάζοντα νερά μας. Δημιούργησε μικρές δίνες  και πέντε ομόκεντρους κύκλους. Για να μας θυμίσει πως η ζωή θέλει αναταράξεις και ανυπακοή στην ακινησία. Γύρισα σπίτι αργά. Με μια πέτρα στη τσάντα μου, ένα χειροποίητο κόσμημα που μου χάρισε η θηλυκή εκδοχή ενός σύγχρονου «Αυτοκράτορα», ένα κομμάτι Πάστας-Φλώρας και  μια γερή δόση αισιοδοξίας που ξέκλεψα στα μουλωχτά, απ’ το βλέμμα της Κριστίν. Να έχω να πορεύομαι στα ζόρια μου…

Ως την επόμενη «κοπάνα» μας.  Που θα ξαναπάμε για βότσαλα…


Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Βραχυκύκλωμα


Της Μαρίας Κανελλάκη
 

 

Τη στιγμή που ένας άνθρωπος πέταξε απ’ την ταράτσα του ψηλού κτιρίου, ακούστηκε το πρώτο τιτίβισμα της άνοιξης που πέρασε. Ένα χελιδόνι έκανε αεροδυναμική βουτιά στο κενό, σα να ήθελε ν’ αρπάξει στον αέρα το ανθρώπινο σώμα. Να το στηρίξει στο δυνατό ράμφος του και να το επαναφέρει στα σκουριασμένα κάγκελα μιας άθλιας ταράτσας. Σε κάποια μεγαλούπολη, με ατέλειωτες εκτάσεις από γκρίζα κουτιά (τι παράξενες φωλιές!) και στρατιές ανθρώπων που περπατάνε σκυφτοί. «Ο μικρός πάλι ταρζανιές κάνει!... Τι θα κάνουμε μ’ αυτό το πουλί, μου λες;», προβληματισμένο τιτίβισμα του μπαμπά στη χελιδόνα του, που πετάριζαν παραπίσω.

Ο «μικρός» έσυρε απαλά την ουρά του πάνω απ’ το ακίνητο σώμα και τίναξε με θόρυβο τα –πρόωρα για την ηλικία του- ανεπτυγμένα φτερά του. Στην άσφαλτο πετάχτηκαν σταγόνες αίμα, ανακατεμένες με υπολείμματα άμμου και θαλασσινής αρμύρας. Πλησίασε στο ξέπνοο πρόσωπο. Έκανε μιαν απότομη κίνηση, σα να άρπαξε στον αέρα μια πεταλούδα, μια ψυχή, ή τις τελευταίες ανάσες του άγνωστου αυτόχειρα και διακτινίστηκε με ουρανομήκη φτερουγίσματα. Κανείς απ’ τους περαστικούς που ούρλιαζαν πανικόβλητοι, δεν παρατήρησε ένα ζευγάρι υγρά μάτια να γυαλίζουν σαν πανάκριβες πορσελάνινες μινιατούρες.

«Καλό παιδί, αλλά ιδιόρρυθμο!...», είπε με στόμφο η κυρία του διπλανού κουτιού. Μαζί της συμφώνησαν σύσσωμοι οι γείτονες, κούνησαν δυο φορές το κεφάλι προς τα κάτω και απομακρύνθηκαν σκυφτοί. Ένα σεντόνι σκέπασε τη μάζα που πριν λίγο, ήταν ένας όμορφος και στητός νεαρός άντρας. Η πόρτα ενός ασθενοφόρου έκλεισε στριγγλίζοντας. Το αχνιστό αίμα σχημάτισε ένα οφιοειδές ρυάκι, μέχρι που το πήραν σβάρνα οι ρόδες των αυτοκινήτων κι έγινε πορφυρή δαντέλα στην άσφαλτο. Οι κουρτίνες κλείσανε στα γύρω κουτιά και όλοι ξαναγύρισαν στη ρουτίνα της μέρας.

«Καλό πτηνό αλλά έχει μια σπάνια αρρώστια...» ήταν η διάγνωση του πελεκάνου, που φημιζόταν για τα γιατροσόφια και τις συμβουλές του. «…Νόσο των ανθρώπων τη λένε και θέλει συχνά πρωτεϊνικά γεύματα και όχι έντονες συγκινήσεις. Ο μικρός επηρεάζεται απ’ τα γήινα μαγνητικά πεδία και ταυτίζεται με τα συμπαθή δίποδα. Ευτυχώς, έχει ακριβέστατο προσανατολισμό και η ηλιακή του πυξίδα λειτουργεί στην εντέλεια».

Είχε ένα κατάμαυρο τρίχωμα, γυαλιστερό σαν ατόφιο μετάξι, με ολόλευκες βούλες στο λαιμό του, που από μακριά μοιάζανε σειρά μαργαριτάρια απ’ τις νότιες θάλασσες. Απ’ τα πρώτα του πετάγματα, φάνηκε πόσο δυναμικό και ατρόμητο ήταν. Διήνυσε εκατοντάδες χιλιόμετρα, πέταξε κόντρα σε μανιασμένες ανεμοθύελλες, αναμετρήθηκε με φουρτουνιασμένες θάλασσες και πάλεψε με αρπαχτικά πουλιά. Η μοναδική στιγμή που ρίγησε από φόβο, ήταν όταν βρέθηκε ανάμεσα στις εκτυφλωτικές λάμψεις απ’ τους πολέμους των ανθρώπων. Λύγισε όταν αντίκρισε ποτάμια αίματος και δάκρυσε στις οιμωγές των μανάδων πλάι στα κουφάρια των παιδιών τους.

Ένα χρόνο μετά, σε μια δύσκολη ανεμοπορία στη θάλασσα, η μάνα του τον αποχαιρέτησε. Δεν είχε υπολογίσει σωστά την απόσταση ως το επόμενο ξερονήσι και εξαντλήθηκε απ’ το αδιάκοπο πέταγμα. Πριν πέσει στα αγριεμένα κύματα και γίνει το γεύμα ενός περαστικού γλάρου, φώναξε με όση δύναμη της είχε απομείνει: «Να κοιτάς πάντα μπροστά! Δεν έχει σημασία αν πέφτεις, αλλά αν ξανασηκώνεσαι και συνεχίζεις το ταξίδι σου! Αλλιώς, παραμονεύουν τριγύρω όρνια να σε κατασπαράξουν!..». Η τιτιβιστή κραυγή έκανε γκελ πάνω στο νερό κι ακούστηκε ταυτόχρονα σ’ ένα κουτί, στο κέντρο μιας μεγαλούπολης. «Πφφ… τελικά όλες οι μανάδες τα ίδια λέτε!...» ψιθύρισε σαρκάζοντας, για να ξορκίσει τη θλίψη του.

Χρησιμοποιώντας τη βιολογική του πυξίδα και κάνοντας θεαματικά βολ πλανέ στα ρεύματα του αέρα, βρέθηκε στο δέκτη του δεύτερου μηνύματος, που οι χελιδονο-συχνότητές του εντόπισαν. Μελαχρινό παλικαράκι  αν ήταν χελιδόνι θα ήταν συνομήλικοι. Βυζαντινή μορφή. Γρανιτένια μάτια με ίριδες από φώσφορο, βλέφαρα παχιά σαν ατσαλόσυρμα, χέρια δυνατά και καλοζυγισμένα που θα πέταγαν ως τους εφτά ουρανούς και δέρμα να στραφταλίζει σαν φίλντισι. Το περπάτημα του πάνω στο χώμα, σαν τα πρώτα φτερουγίσματα νεοσσού πριν φύγει ψηλά, για τις ουράνιες πύλες.

Δεν χρειάστηκαν συστάσεις. Τα τιτιβίσματα λίγο διαφέρουν απ’ την ανθρώπινη λαλιά, για όσους κατέχουν τη γλώσσα της φύσης. Πόνος ίδιος. Δυο μάνες. Που χάθηκαν ταυτόχρονα, πριν λίγα λεπτά. Αφήνοντας κοινή παρακαταθήκη. «Θα μου λείψει το γάλα της, η μυρωδιά… η αγκαλιά της… Πέρυσι χάσαμε τον πατέρα και τον αδερφό μου. Ο ένας από καρδιά, ο άλλος από ντροπή που δεν έβρισκε δουλειά να μας ταΐσει. Τη μέρα που σταμάτησα το σχολείο για να ψάξω κι εγώ για κανένα μεροκάματο, ανέβηκε στην ταράτσα και πέταξε μακριά μας… Να, από κει…». 

«Κι αν σου πω πως ήμουν κι εγώ μαζί του… και πετάξαμε παρέα ως τις πιο ψηλές χελιδονοφωλιές, εκεί που έχει τόση ησυχία ώστε ακούγεται μέχρι και το άνθισμα του τριαντάφυλλου, εκεί που τα ρολόγια μετράνε μόνο τις ψυχές που είναι πολύτιμες και ατόφιες και δίνουν εντολή σ’ ένα γέρο κούκο ν’ ανοίξει διάπλατα τις σμαραγδένιες πόρτες του παραδείσου για να τις κλείσουν μέσα για πάντα; Τι έχεις να πεις;»

«Ότι πετάς στα σύννεφα!..».                                                                                                     
«Μέσα έπεσες Μεγάλε!...». 
«Θα με μάθεις να πετάω;» 
«Θέλεις;»

Δεν πρόλαβε να απαντήσει. Όταν ένας άνθρωπος αρχίζει να υποψιάζεται πως ο ορίζοντας ξεκινάει πέρα απ’ το σύνορο του αμφιβληστροειδή του, συντελείται το βραχυκύκλωμα. Συνωμοσία της πιο ισχυρής επαναστατικής οργάνωσης. Της φύσης. Σμήνη χελιδονιών απογειώνονται ταυτόχρονα ψηλά, σαν μια αόρατη δύναμη να τινάζει δυνατά ένα πολυκαιρισμένο σεντόνι. Ένα μελαχρινό παλικάρι με φτερά ανοιχτά, σύγχρονος Χριστός πάνω στο σταυρό του, ωθείται απ’ τον δυνατό αέρα και απογειώνεται. Άγριο πουλί που κοιτάει τον ήλιο κατάματα μέχρι να τον τυφλώσει. Ανάσταση. Έλευση. Σπόρος που φυτρώνει σε μια μήτρα και πολλαπλασιάζεται. «Ναι, μπορείς να πετάξεις ρε Μεγάλε!». Έκτακτη είδηση στα κανάλια του ουρανού και της θάλασσας. Απ’ τους γυπαετούς ως τις μέδουσες κι απ’ τα λιοντάρια ως τους ανθρώπους των κουτιών. Πέφτουν οι ασφάλειες! Σκοτάδι! Η οργή που βρίσκει μονοπάτια διαφυγής, το άδικο που μαζεύεται σε μαύρα σύννεφα, ένας Δίας που ακονίζει τους κεραυνούς του και μια λυτρωτική βροχή που δεν δείχνει έλεος σε κιβωτούς, ούτε αναγνωρίζει επίγειους αυτοκράτορες. Ουρανοί καταρράκτες. Εξιλέωση. Τιμωρία. Δικαίωση.



Στις σελίδες της μελλοντικής ιστορίας, θα αναφερθεί σαν το τέλος του βιομηχανικού κόσμου. Στη σύγχρονη μυθολογία ωστόσο, θα υπάρχει ο θρύλος ενός χελιδονιού που ήταν συλλέκτης αδικοχαμένων ψυχών. Τις μάζευε σε ασημένιες κλωστές και τις μετέφερε σε μια ουράνια κρύπτη που τη φύλαγαν Κένταυροι και Νεράιδες. Όταν πέθανε, οι ψυχές δακρύσανε, γίνανε ασημένια βροχή και πέφτοντας στη γη, λιώσανε διαμιάς τους άψυχους, μεταλλικούς ανθρώπους.