Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Έκθεση ιδεών

Της Μαρίας Κανελλάκη
 
 
 
Θέμα:  «Η άμιλλα»
 
Την περασμένη βδομάδα που έριχνε καρεκλοπόδαρα, είχαμε διακοπή ρεύματος στο σπίτι. Η γιαγιά τα πήρε κρανίο γιατί δεν μπορούσε να δει την Φατμαγκιούλ. Η μαμά μόλις την άκουσε, της φώναξε: «Στα φρύδια μου!», ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν είμαι σίγουρος. Και μετά που ήρθε ο μπαμπάς σπίτι, του είπε «Εδώ καράβια χάνονται κι η μάνα σου λαμπροχτενίζεται !». Ο μπαμπάς της είπε να πάει να ...χτενιστεί, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν είμαι σίγουρος.  Η μαμά του είπε να κάτσουμε να ρημαδοφάμε, να μαζέψει το νεροχύτη, να πα’ να ξεκουραστεί. Και μετά κάτσαμε να φάμε τις χτεσινές φακές, γιατί λέει δεν μπορούσε να μαγειρέψει στο γκαζάκι. «Που από τότε που ήρθε αυτή σπίτι μας…», του είπε, «…μας έχουν βρει όλες οι συμφορές μαζωμένες!». «...Τι συμφορές ρε Σούλα;» τη ρώτησε ο μπαμπάς. Κι εγώ, για να συμπαρασταθώ στη μαμά, του είπα: «Δυο μέρες τρώμε φακές!». Αυτό ήταν άμιλλα στη μαμά. Αλλά ο μπαμπάς  δεν το κατάλαβε και μου άστραψε μια σφαλιάρα ξεγυρισμένη. Η γιαγιά μας έβρισε όλους,  ότι είμαστε οθωμανοί που δεν σεβόμαστε το φαϊ που τρώμε κι η μαμά της είπε να το βουλώσει και να μη μιλάει αυτή που δεν χάνει τούρκικο σήριαλ. Ο μπαμπάς αγρίεψε, σαν του Σουλεϊμάν του κατακτητή έγινε η φάτσα του και φοβήθηκα ότι θα βγάλει κανένα γιαταγάνι να μας λιανίσει όλους. Κι η γιαγιά του είπε, δείχνοντας με το δάχτυλο τη μαμά:  «...Από τότε που πήρε αυτή τα  ηνία στο σπίτι, η οικογένεια διαλύθηκε. Αυτή φταίει.... αυτήηηηηη!!!!». Μετά δεν θυμάμαι τι έγινε, γιατί ήρθε το ρεύμα και αναβοσβήνανε τα λαμπάκια στην κουζίνα και το ψυγείο. Και τα λαμπάκια του μπαμπά επίσης!

Μετά που ρημαδοφάγαμε, η γιαγιά πήγε να δει τη Νικολούλη κι η μαμά ψιθύρισε κοιτώντας το ταβάνι: «Δε γίνεται ν’ αξιωθείς να εξαφανιστείς κι εσύ να ησυχάσουμε;». Κι εγώ από άμιλλα στη μαμά, δεν τη μαρτύρησα και το κράτησα κι αυτό μυστικό. Μετά που ο μπαμπάς μου είπε να πετάξω τις φακές που μείνανε στο πιάτο μου και να πάω να πάρω κάνα σουβλάκι να στανιάρουμε, εγώ τότε μαρτύρησα το μυστικό γιατί ήθελα να δείξω άμιλλα στον μπαμπά. Έφυγα τρέχοντας,  γιατί τον άκουσα να τσιρίζει: «Σούλαααα...».  Αλλά γαμώτο, είχε χαλάσει πάλι η ακτίνα του ποδηλάτου και πήγα περπατώντας στο σουβλατζίδικο. Μόλις γύρισα σπίτι το είπα στον μπαμπά και μου υποσχέθηκε ότι θα τη φτιάξει το σαββατοκύριακο. Και το προηγούμενο το είχε υποσχεθεί, αλλά τελικά πήγε γήπεδο με τον θείο Βαγγέλη και μετά γυρίσανε για μπύρες σπίτι και τους πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Και το είδε η μαμά το βράδυ, ότι ήταν ακόμα με σπασμένη ακτίνα και όρμηξε πάνω απ’ τον καναπέ ουρλιάζοντας:  «Αν είχες ένα ίχνος φιλότιμου... λίγο- όχι πολύ- λίγο... τόσα δα... θα τούφτιαχνες το ποδήλατο του παιδιού, αντί να ροχαλίζεις σα γομάρι!...». Εγώ στεναχωρήθηκα γιατί δεν ήξερα σε ποιον να δείξω άμιλλα και τελικά πήγα στο πλέϊ στέϊσον κι έβγαλα μια πίστα «κολ-οφ-ντιούτυ».

Δίπλα, η γιαγιά έβλεπε το «Άκρως Οικογενειακόν»… Ή τα «Κλεμμένα Όνειρα»; … Κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν είμαι σίγουρος.
Μπάμπης Δόλιος



Η έκθεση του Μπάμπη βραβεύτηκε στο  όγδοο παιχνίδι λέξεων της Φλώρας
Οι λέξεις που έπρεπε να βασιστεί το κείμενο ήταν: "ηνίο, άμιλλα, ακτίνα, ίχνος, διακοπή".
Αφού ευχαριστήσω από καρδιάς την γλυκιά οικοδέσποινα και  όλους τους φίλους και τις φίλες που τίμησαν τον Μπάμπη με την αγάπη τους, θα ήθελα να αφιερώσω την έκθεση σ' όλους τους μικρούς Μπάμπηδες που ασφυκτιούν ανάμεσα στα οικογενειακά πυρά, υπό το "σκότος" μιας ανοιγμένης τηλεόρασης. Που παίζει τις ζωές των άλλων.
Με την ευχή να γίνουν κάποτε, οι πρωταγωνιστές της ζωής τους. 

Μαρία Κανελλάκη

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Σήκωσες το καπάκι;

Της Μαρίας Κανελλάκη
 
 
- Καληνύχτα μωρό!
- Σήκωσες καπάκι στη λεκάνη;
- Διάπλατα!
- Μμμμμ…. Θα κοιμηθείς δηλαδή  
  τώρα; 
- Είμαι ψόφιος… Κωλομέρα 
  σήμερα!
- Μ’ αγαπάς;
- Τι ρωτάς;... Φυσικά!
- Σίγουρα;
- Όπως με βλέπεις και δεν σε βλέπω 
  απ’ τη νύστα…
- Με δουλεύεις ψιλό γαζί ε;… 
  Σκαστή θα πάω εγώ μαζί σου!....

- Τι θες ρε Kικίτσα νυχτιάτικα;;;... Σεβάσου την κούρασή μου γαμώτο! 
- Πώς μου μιλάς έτσι; Δεν μ’ αγαπάς πια!… Το ξέρω!...
- Ε... αφού το ξέρεις, τι με ρωτάς;
- Α, ώστε το παραδέχεσαι!
- Ποιο;
- Ότι σου είμαι αδιάφορη!…
- Είπα εγώ κάτι τέτοιο;
- Δεν το είπες ξεκάθαρα… Το υπονοείς όμως… Καλύτερα να είχες το θάρρος να μου το πεις στα ίσια!
- Ποιο;
- Nα μου πεις: «Kικίτσα είσαι σπαθί γυναίκα, περίφημη νοικοκυρά, άψογη μάνα, 
  καταπληκτική ερωμένη, πολύτιμη σύντροφος και αξιαγάπητη ύπαρξη!...Αλλά εγώ, δεν  είμαι αντάξιος της αγάπης σου!...» 
- Αν στο πω θα μ’ αφήσεις να κοιμηθώ;
- Ο νους σου στον ύπνο! Πάντα ρε γαμώτο! Εδώ καιγόμαστε, καταστρέφεται η σχέση μας, γκρεμίζονται τα όνειρά μας, δυναμιτίζεται η οικογένειά μας, ξεθεμελιώνεται το σπιτικό μας… κι εσύ μη χάσεις τον ύπνο σου! … Δες πώς με κατάντησες!... Δες!!!
- Να το συζητήσουμε αύριο;
- Αυτή η αναβλητικότητά σου!... Με τρελαίνει!!!
- Τι μπορώ να κάνω για να σου αποδείξω πως σ’ αγαπάω; Πως είσαι ο άνθρωπος μου;
- Όλα εγώ πρέπει να τα σκέφτομαι;;;… Για τίποτα δεν είσαι ικανός;;;... Για τίποτα όμως;;;…. 
  Εγώ θα σου πω πώς θα μου το δείξεις;;;… Ε γ ώ;;;... Κι αυτό εγώ;;;... Γιατί να τα ζω εγώ αυτά Παναγία μου;;;
- Ωραία, αύριο βράδυ θα σε βγάλω έξω!
- Για κατούρημα; Έτσι μου ακούγεται! Θα ΜΕ βγάλεις έξω; Σα να λέμε από υποχρέωση;
- Διορθώνω λοιπόν… θα βγούμε έξω. Θα πάμε σ’ ένα ταβερνάκι να φάμε τα δυο μας… Θα περπατήσουμε χεράκι-χεράκι όπως παλιά και θα σου πω το πιο γλυκό «Σ’ αγαπώ», υπό το φως του φεγγαριού. Φχαριστημένη;
- Το θέμα είναι να το θέλεις κι εσύ!
- Μα το θέλω, αλλιώς δεν θα στο πρότεινα!
- Αν το ήθελες, γιατί δεν μου το είπες από μόνος σου; Αν δεν ξεκίναγα εγώ αυτή τη 
  συζήτηση, θα μου το είχες προτείνει, ή θα ροχάλιζες τώρα;
- Θα ροχάλιζα!
- Είσαι γουρούνι!
- Είμαι λιώμα στην κούραση!
- Καληνύχτα λοιπόν!
- Αμήν!... Καληνύχτα!...
- …….
- …….
- Κοιμάσαι;
- …….
- Μωρέ σόρυ… τώρα το θυμήθηκα… αύριο δεν γίνεται… έχω πει στη Σούλα να πάμε για νύχια και θα καθυστερήσουμε… Να το κάνουμε μεθαύριο;
- ………
- Καζανάκι τράβηξες;

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Liebster award


 
 

Είχαμε την τιμή να πάρουμε το βραβείο από δύο εξαιρετικούς φίλους bloggers . Τον Σκρουτζάκο και την Τζόαν-Πέτρα:


Στο πρώτο σφυρίξαμε αδιάφορα. Όχι από αμέλεια. Από αμηχανία, καινούργιες γαρ στο «κουρμπέτι». Όταν μας βρήκε και το δεύτερο χτύπημα της μοίρας, δια χειρός Τζόαν (που βαράει και άσχημα), κάναμε την ανάγκη φιλότιμο και το πήραμε απόφαση. Κατεβάζουμε εντεκάδα, κάνουμε καθαρό παιχνίδι, δεν μαρκάρουμε αντικανονικά και ακολουθούμε πιστά, τους εξής απλούς κανόνες:

-> Θα πρέπει με τη σειρά μας να χαρίσουμε το βραβείο σε 11 bloggers
-> Θα πρέπει να γράψουμε 11 τυχαία πράγματα για τον εαυτό  μας

 Έλενα Λ.
Αιτία γι’ αυτό το κείμενο είναι η JOAN PETRA και Ο SΚΡΟΥΤΖΑΚΟS Ο JKOK.
Αυτοί και μόνο αυτοί φταίνε!
Λοιπόν, μου είπαν ότι πρέπει να γράψω 11 πράγματα για τον εαυτό μου.
Τι να πρωτογράψω βέβαια, τόσο καταπληκτικός άνθρωπος που είμαι;
Χα χα, αστειάκι.
Λοιπόν ξεκινάμε:

1) Είμαι μαμά! Το λέω πρώτο γιατί είναι το πιο σημαντικό!

2) Απ' ό,τι μου λένε οι άλλοι,  καθώς εγώ δεν θυμάμαι τίποτα, γεννήθηκα με ένα τεράστιο χαμόγελο και προσπαθώ να το διατηρήσω μέχρι σήμερα.

3) Τρελαίνομαι να διαβάζω και ο άντρας μου μου λέει: "Καλύτερα να σε ταΐζουμε, παρά να σου παίρνουμε βιβλία, θα καταστραφούμε οικονομικά στο τέλος".

4) Αν δεν αξίζει κάτι, πάντα προσπερνάω, είμαι απ’ τα βάθη μου πολύ πιο δυνατή, που λέει και το τραγούδι ( αχ ρε Βίσση, όλα τα έχεις πει) 'δεν μπορεί να με αγγίξει τίποτα που με χαλάει γιατί έχω αλήτισσα ψυχή'.

5) Τρελαίνομαι για τον ήλιο και το καλοκαίρι.

6) Τρελαίνομαι για ταξίδια και εκδρομές έστω και μιας ημέρας.

7) Δεν μπορώ να κάθομαι πολύ στο σπίτι ειδικά όταν έρχεται η άνοιξη.

8) Μου αρέσει να κάνω καινούριους φίλους συνέχεια.

9) Τρελαίνομαι για τη θάλασσα! 'Οχι όμως να ταξιδεύω με πλοίο (πονεμένη ιστορία).

10) Λατρεύω τη μουσική όλων των ειδών.

11) Η οικογένειά μου είναι η ζωή μου.

Αυτά είχα να πω και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.

Γενικότερα, μερικές φορές, οι σκέψεις μου είναι τρικυμία εν κρανίω, ελπίζω να καταλάβατε.

Δε μου αρέσει να μιλάω για τον εαυτό μου.

Τέλος πάντων, θα δώσω και εγώ με τη σειρά μου βραβεία σε κάποια blog.


Aυτά είχα να γράψω. Ας με συγχωρέσουν όσοι δεν τους έβαλα στη λίστα, είμαι σίγουρη ότι με την Μαρία θα έχουμε βάλει πολλά ίδια, αλλά τι να κάνουμε, έτσι είναι το παιχνίδι.

Θερμή παράκληση, όσοι βάλετε σχόλιο στα κείμενα το δικό μου και της Μαρίας, να γράψετε από μια φράση που σας χαρακτηρίζει σαν άνθρωπο, έτσι to know us better, ASBETE που έλεγε και ο Εξαρχάκος, όχι να λέμε μόνο εμείς!

  Μαρία Κ. 

1ον: Γεννημένη εκ παραδρομής σε γυναικεία συσκευασία, με παραπλανητικό περιτύλιγμα απ’ όξω κι από μέσα… η χαρά του Βελουχιώτη.

2ον: Κλασσική «Μάνα Τούρκα». Αυτό ακριβώς που απευχόμουν να γίνω, και τελικά έγινα. Σε εξελιγμένο μοντέλο, καλύτερο απ’ της Μαμάς μου! Σύμφωνα με μια πρόχειρη καταγραφή που έκανα πρόσφατα (*), έχω ξεστομίσει την προστακτική «Τρώγε!» πάνω από δεκαπέντε χιλιάδες φορές μέχρι σήμερα. Έπεται συνέχεια… (* υπολογίζοντας ηλικίες, χρόνια, ημέρες, ώρες και γεύματα). 

3ον: Φανατική ακροάτρια. Ραδιοφώνου, ιστοριών, ανθρώπων, προβλημάτων, παραμυθιών, παραπόνων, συγκρούσεων, φίλων, συγγενών, γνωστών και συναδέρφων. Αν δεν με βρείτε, αφήστε το μήνυμά σας και θα επικοινωνήσω σύντομα μαζί σας.

4ον: Αγαπημένη βόλτα, το κυριακάτικο σουλάτσο σε Θησείο, Μοναστηράκι, Πλάκα, Ακρόπολη, αλλά και Αθηνάς, Σωκράτους και Βαρβάκειο. Φωτογραφίες, καφεδάκι, βουτιά στα παλαιοπωλεία, στα μεταχειρισμένα βιβλία, στους πάγκους με τα χειροποίητα κοσμήματα, στις μυρωδιές, στα σερμπέτια, στα μπαχάρια, στους πλανόδιους μουσικούς & στα πολύχρωμα ανθρώπινα σεντόνια που ξεδιπλώνονται στο κέντρο.

5ον: Ζω με τη λαχτάρα να βρεθώ όσο πιο σύντομα, ακουμπισμένη σε μια κουπαστή πλοίου που θα με ταξιδεύει σε κάποιο κυκλαδίτικο νησί ή στην πατρίδα.

6ον: Με απατά συχνότατα. Στη μνήμη μου αναφέρομαι. Έχει μπει προ πολλού φραγή προστασίας και οτιδήποτε μου προκαλεί αρνητική ενέργεια, διαγράφεται αυτόματα. Κακίες, μίση και πάθη δεν φιλοξενούνται πλέον στην -καθόλου ευρύχωρη- μνήμη μου. Η δύναμη της συγχώρεσης με απελευθερώνει και είναι λυτρωτική για τους γύρω μου.

7ον: Παραμένω σταθερή στα χρόνια ελαττώματα μου. Ανυπόμονη, αυθόρμητη, αυτή που θα μπει στη μέση για να βοηθήσει και θα φάει το «ξύλο» στο τέλος, νοσηρά αισιόδοξη, με το ποτήρι μονίμως ξεχειλισμένο, φανατική οπαδός της τάξης και της καθαριότητας, παθιασμένη με την τελειότητα που μονίμως μου αντιστέκεται σθεναρά και διάφορες άλλες συμπεριφορές που χρήζουν ψυχιατρικής έρευνας. Και θεραπείας. Ίσως το επόμενο ταξίδι μου είναι προς Λέρο μεριά…

8ον: Ερωτική σχέση με τον ήλιο. Αμέτρητες ώρες ξοδεμένες κάτω απ’ τις ακτίνες του. Αν δεν ήμουν γάτα στην προηγούμενη ζωή μου, θα είμαι σίγουρα στην επόμενη.

9ον: Με απογειώνουν ο Αγγελάκας, το μπαγλαμαδάκι του Σαδίκη, το λαούτο του Τζουγανάκη, η αγριάδα του Ψαραντώνη, οι άγκυρες του Μίλτου, η τίγρη του Αποστολάκη, τα Ξύλινα Σπαθιά, οι Ενδελέχεια, τα Διάφανα Κρίνα και τα Υπόγεια Ρεύματα.

10ον: Σιχαίνομαι το ψέμα, τον πατσά, την ξανθιά καβάλα σ’ ένα τζιπ που οδηγάει - μιλάει στο κινητό και καπνίζει (ταυτόχρονα), την ξερολίαση, το ατσαλάκωτο στέλεχος στην εταιρεία που περιφέρει τον τίτλο «Μάνατζερ», αλλά δεν γνωρίζει τη χρήση του καζανακίου στην τουαλέτα, τον «φιλόζωο» που βγάζει ένα ζωντανό για την ανάγκη του, δίχως να σέβεται τη δική μου ανάγκη να μην πατάω πάνω στην ανάγκη του ζωντανού του, καθώς επίσης τα πάσης φύσεως & τεχνοτροπίας εξτένσιονς (στήθος, νύχι, μαλλί και όλα τα συμπαραμαρτούντα).

11ον: Αγαπάω βιβλία, χουζούρι, παλιό-ελληνικό κινηματογράφο (λατρεύω Λογοθετίδη), τα σμιξίματα με φίλους, τα ρακόμελα και τις γραβιέρες πλάι στο τζάκι, τα μαγειρέματα και τους καθημερινούς ήρωες που μου δίνουν μαθήματα ήθους & αξιοπρέπειας και με διδάσκουν το δικό τους αλφαβητάρι ζωής.

Φτου ξελεφτερία και δίνω πάσα στους επόμενους φίλους, που εναγωνίως περιμένω να καταθέσουν την προσωπική τους εντεκάδα:

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Πετάγομαι Πάνω !

Της Μαρίας Κανελλάκη
 
 
 
Να’ μαι κι εγώ… Καλώς σας βρήκα!...Δεν άργησα πολύ ε; Έχασα το δρόμο μου και μπλέχτηκα στα στενά. Είναι κι αυτή η βροχή που δε λέει να κοπάσει… Τι έχουμε απόψε;… Α, τσιπουράκι και γαύρο μαρινάτο!... Μισό να πεταχτώ να βρω την παλιά κασέτα του Στέλιου. Να το κάψουμε απόψε! Το σύμπαν! «Στην υγειά μας και να πεθάνει ο φόβος!». Κι ύστερα να βάλουμε τον Μεγάλο Ερωτικό του Μάνου, ν’ ανταλλάξουμε στίχους και ματιές και φιλιά και χτυπήματα στην πλάτη. Να τσουγκρίσουμε ποτήρια και να ματώσουμε με τον «Αύγουστο» του Νικόλα. Κι αν είναι να κλάψουμε, ας το κάνουμε τραγουδώντας την «Καντάτα για τη Μακρόνησο». Να ξαναστήσουμε Κυριακάτικα τραπέζια, με λινά τραπεζομάντηλα και μυρωδιές ψητού. Να περιμένει η μάνα μας στην ορθάνοιχτη αυλόπορτα και τα μάγουλα των παιδιών να τα γδέρνει η αλισάχνη κι οι φανέλες τους να μυρίζουν ιδρώτα απ’ το παιχνίδι. Να μου κόβεις βουκαμβίλιες απ’ το ενετικό πηγάδι και να στολίζεις τα μαλλιά μου στο φεγγαρόφωτο. Να διαβάζουμε βιβλία και να λιώνουμε τις νύχτες σε ξύλινα τραπέζια, με ρακές, αναλύσεις και πειράγματα. Να μου αγγίζεις κρυφά το χέρι κάτω απ’ το καρό τραπεζομάντηλο. Να ερωτευόμαστε το φιλότιμο, την καθαρή ματιά, το στητό περπάτημα, τη μαγκιά του πονεμένου που σφίγγει τα δόντια, να γινόμαστε ένα μικρό σύμπαν, μια ατσαλένια γροθιά. Να γινόμαστε «ένα»…

Όχι μωρέ, δεν είναι η νοσταλγία που μου παίζει περίεργα παιχνίδια. Στ’ αλήθεια είμαι εδώ κοντά σας. «Πώς ήρθα;»… Από μια χαραμάδα του χρόνου τρύπωσα κι άλλαξα διάσταση. Αντί για το τέρμα, ξαναγύρισα πίσω, στην εποχή της αφετηρίας. Είχα και μια παλιά φωτογραφία, κειμήλιο του συγχωρεμένου του παππού μου. Την πήρα μαζί μου για χάρτη, στην πορεία μου προς το «Κάποτε». Τότε που γρατζούναγε το μπουλγαρί με τον Φουσταλιέρη και σηκωνόταν ο πατέρας, με τα χέρια ανοιγμένα σαν το Χριστό πάνω στο Σταυρό του. Κι έφερνε τις βόλτες του και δάκρυζαν τα βυζαντινά του μάτια απ’ την κατάνυξη της στιγμής… «…Όσο βαρούν τα σίδερα…». Και γινόταν αγρίμι η ψυχή κι άνοιγε ο νους διάπλατα, έβρισκε διέξοδο ο πόνος και γινόταν πείσμα και λυσσαλέα ανυπακοή στον καταχτητή. Εκεί, στο μικρό αυτοσχέδιο θυσιαστήριο που στήνανε τα βράδια, με όπλο τους τη γνώση και το σεβασμό της ζωής, σκοτώνανε το θάνατο, σε μικρούς πύρινους κύκλους από παρέες. Απελπιστικά ερωτεύσιμοι ήρωες, παθιασμένοι με το παρόν που τους έλαχε να ζήσουν και έντιμοι με την ιστορία που αφήνανε πίσω τους.

Να κάτσω μαζί σας; Να χωθώ σ’ αυτή τη γωνίτσα της φωτογραφίας; Στη σχισμή μιας ανάμνησης; Στην αντίστροφη διαδρομή του λεπτοδείκτη; Να κλέψω λίγη δόξα, λίγο απ’ το λούστρο της γενιάς σας; Κι αν είναι να επιστρέψω στο «Τώρα», να μου έχετε έτοιμο ένα αυτοσχέδιο αερόστατο. Κι όταν ζορίζομαι πολύ, ν’ ανηφορίζω το βλέμμα μου σε σας, να νιώθω τα φτερουγίσματά σας, να μη λογαριάζω τις ουράνιες αποστάσεις, να καβαλάω το χρόνο και να σας έρχομαι επίσκεψη. Έχω ανάγκη από ένα μεταφυσικό φάρο, εδώ που με ξέβρασε ο χρόνος. Στην άκρη του Πουθενά και στην εποχή του Τίποτα.

Να θυμάμαι την ιστορία μου, για να μπορώ να τη συνεχίσω…



Αξιώθηκα για άλλη μια φορά να κερδίσει η ιστορία μου το τρίτο βραβείο στο 7ο παιχνίδι της Φλώρας (Παίζοντας με τις λέξεις). Να ξαναστείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην οικοδέσποινα και διοργανώτρια του εξαιρετικού διαγωνισμού (συναγωνισμού θα το όριζα εγώ), και σ’ όλους τους φίλους και τις φίλες που με συντρόφεψαν κι αυτή τη φορά με τις ιστορίες τους, τα ποιήματά τους και τα σχόλιά τους. 

Μαρία Κανελλάκη