Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

'Οχι άλλο δράμα!


Της Έλενας Λουκοπούλου




 

Βαρέθηκα να παίζω την ηλίθια! Πόσο ακόμα θα σκύβω το  κεφάλι...

Πόσο ακόμα θα αντέχουμε να τρώμε την κάθε σαχλαμάρα που μας σερβίρουν;

Το κείμενό μου δεν έχει σχέση με την πολιτική και τους βουλευτές και όλο αυτό το πούλημα που έχουμε υποστεί από όλους τους.

Όχι!

Εχει να κάνει με κάθε πούλημα που τρώμε από όλους! Φίλους, άντρες γυναίκες, αφεντικά.

Πού σταματάει αυτό που θέλω εγώ και πού ξεκινάει αυτό που θέλει ο φίλος μου για μένα, η γυναίκα μου, ο άντρας μου, το αφεντικό μου.

Ποτέ δεν κατάλαβα.

Πάντα η απάντηση ήταν από  γονείς και συγγενείς, όταν ρωτούσα η ίδια.

«Γιατί έτσι είναι όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις, πρέπει να κάνεις υπομονή με κάποια πράγματα στη ζωή σου, να μη λες πάντα την αλήθεια, να είσαι διπλωμάτης, να συμβιβάζεσαι».

Και πότε ακριβώς αποφασίστηκε αυτό για μένα πριν καν σκεφτώ να πάρω μια απόφαση μόνη μου;

Δεν θέλω να συμβιβαστώ, ούτε να πω ψέματα, ούτε να φάω ό,τι μου σερβίρουν.

Να σκεφτώ μόνη μου θέλω και να πάρω μια απόφαση εγώ για τη ζωή μου χωρίς να μου την επιβάλλουν.

Ποιος αποφάσισε ότι πρέπει να μεγαλώνουμε δουλοπρεπείς ανθρώπους  που θα σκύβουν το κεφάλι, φοβούμενοι μην ανοίξει ο Ασκός του Αιόλου και τους βρουν όλα τα δεινά του κόσμου.

Ποιος αποφάσισε να μεγαλώσουμε μετριότητες που θα λένε 'ναι' σε όλα και θα αφήνουν τον καθένα να παίρνει κάτι από τη ζωή τους.

Αρνούμαι να παίξω αυτό το παιχνίδι! Το σιχαίνομαι, αρνούμαι να μεγαλώσω έτσι το παιδί μου, βαρέθηκα να ζούμε πάντα σε ένα δράμα που δημιουργήσαμε οι ίδιοι.

Είναι στο χέρι μας πότε θα σκύψουμε το κεφάλι και θα δημιουργήσουμε το δράμα μας.

Τέλος το δράμα!

Ας πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και ας γίνουμε εμείς υπεύθυνοι για τον εαυτό μας και ας σταματήσουμε να τα περιμένουμε όλα από τους άλλους.

Δεν θα έρθουν μαγικά χέρια να μας βοηθήσουν.

Εμείς πρέπει να καθαρίσουμε τη βρωμιά από τις ζωές μας - αν υπάρχει - με ψηλά το κεφάλι.

Μόνο ο Θεός ξέρει πότε θα αρχίσει και πότε θα τελειώσει η ζωή μας, αλλά στην διάρκειά της  είναι στο χέρι μας να διαλέξουμε τι δρόμο θα ακολουθήσουμε.

Τέρμα στο δράμα!

Και όπως έλεγε και ο Καζαντζάκης, που μου τον ξαναθύμισε τελευταία κάποιο κορίτσι ξέρει αυτό...

 


«Εγώ, εγώ μονάχος μου

έχω χρέος να σώσω τη γης.

Αν δε σωθεί, εγώ φταίω».


 

 

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

'Ερωτας με την πρώτη ματιά...

 
Της 'Ελενας Λουκοπούλου
 
 
 
'Ηταν έρωτας με την πρώτη ματιά.
Μόλις με κοίταξε για πρώτη φορά ένιωσα ότι ήμουν σπίτι, ήταν ο δικός μου άνθρωπος, το άλλο μου μισό.
Εκεί άρχιζαν και τέλειωναν όλα!
Όλες μου οι σκέψεις από εκείνη τη στιγμή ήταν αιχμάλωτες.
Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο.
Είναι μαγικό πώς μπορεί να σε φέρει τούμπα η ζωή.
 
Έλεγα πάντα ότι δεν μπορείς να δοθείς αποκλειστικά σε έναν άνθρωπο, δεν μπορεί να βρεθεί κάποιος που θα σε κάνει να πετάς όποτε είσαι κοντά του και ότι θα είσαι ευτυχισμένη, όταν είναι και εκείνος.
Δεν μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο σε καμία περίπτωση, δεν υπάρχουν τόσο δυνατά συναισθήματα.
Κι όμως υπάρχουν!
Στην αρχή  είναι έρωτας, ο απόλυτος έρωτας, αυτός που σε παραπλανεί και που αν δεν προσέξεις μπορεί να σε κάνει να χάσεις το μυαλό σου.
Κάνεις σχέδια, ονειρεύεσαι, πετάς στα σύννεφα και μόλις συμβεί κάτι χάνεις τον έλεγχο και δεν ξέρεις τι να κάνεις.
Μπορείς να γυρίσεις τον κόσμο ανάποδα για να προσφέρεις την απόλυτη ευτυχία αλλά να την πάρεις κιόλας.
Υπάρχει όμως ευτυχία όταν είσαι τόσο ερωτευμένος που ξεχνάς τα πάντα από τη ζωή σου;
Ναι υπάρχει.
Το βίωσα!
Είναι μοναδικό, απίστευτο.
Νιώθεις να παραδίνεσαι σε κάτι που σε παίρνει και σε σηκώνει στον αέρα.
Οι κινήσεις σου άτσαλες και παρορμητικές για να μη χάσεις ούτε ένα λεπτό από αυτό που ζεις.
Δεν αφήνεις κανέναν να πει τη γνώμη του, να συμμετέχει.
Πλέεις σε πελάγη ευτυχίας!
Πιστεύεις ότι η καρδιά σου δε θα αντέξει τόσο δυνατό συναίσθημα και ότι δε θα τελειώσει ποτέ.
Όσο περνάει ο καιρός και  η μεγάλη μπόρα, αρχίζει να έρχεται μια πιο γαλήνια εποχή.
Η εποχή της απόλυτης αγάπης.
Ωριμάζουν τα συναισθήματα.
Δεν την μαρτυράς από την αρχή, γιατί δεν την έχεις καταλάβει από την αρχή.
Έρχεται προοδευτικά και γλυκά σαν το νυχτερινό αεράκι μετά από μια μέρα καύσωνα.
Μπορείς να ζεις μακριά από τον άλλον, φτάνει να ξέρεις ότι είναι καλά και ευτυχισμένος.
Και σου φαίνεται περίεργο πώς γίνεται να έχω τόση υπομονή και καρτερικότητα, εγώ, που πριν λίγο καιρό έτρεμα στηνσκέψη ότι δε θα έχω κοντά μου τον έρωτά μου.
Τα λόγια που βγαίνουν από το στόμα σου, φωνάζουν στοργή, δόσιμο, προσφορά, πίστη, αφοσίωση, απόλυτη αγάπη.
Γίνεσαι πιο δυνατός και όλα αυτά τα συναισθήματα δεν πνίγουν το λαιμό σου πια, αλλά τον γλυκαίνουν!
Σοφότερος πια και πιο ώριμος σκέφτεσαι τις κινήσεις σου περισσότερο για να μην κάνουν κακό σε σένα και στην αγάπη σου.
Βάζεις μακροπρόθεσμους στόχους για να είστε και οι δύο καλά.
Έχεις καταλάβει πια ότι αυτό που νιώθεις είναι η αλήθεια.
Δεν υπάρχουν παιχνίδια που παίζουν με το μυαλό σου. Βλέπεις καθαρά και δίνεσαι ολοκληρωτικά στον άλλο, χωρίς υπερβολές. Απλά και συνειδητά.
Είναι πολύ όμορφο συναίσθημα. Μην το χαλάσεις με ζήλια, κτητικότητα, εγωισμό, είναι κρίμα.
Είναι ένα δώρο που πρέπει να το κρατάμε μέσα μας πάντα καθαρό, να μας εμπνέει και να μας ομορφαίνει τη ζωή.
Υπάρχουν πολλές μορφές αγάπης και έρωτα.
Αγάπη και έρωτας για έναν άντρα, αγάπη και έρωτας για μία γυναίκα, αγάπη και έρωτας για το παιδί σου, αγάπη και έρωτας ακόμα και για ένα ζώο.
Μέσα από όποιον και αν παρουσιάζονται ας τα δεχόμαστε με ευλάβεια, είναι δώρα που δεν τα βρίσκεις συχνά και που όταν τα βρεις, ομορφαίνουν τη ζωή σου και της δίνουν νόημα.
 
Προσωπικά βίωσα τον απόλυτο έρωτα και την απόλυτη αγάπη μέσα από τα μάτια της κόρης μου.
Είναι το δώρο που μου έκανε η ζωή, για να κυλάνε όμορφα οι μέρες μου, οι ώρες μου, τα λεπτά.
Εύχομαι σε όλο τον κόσμο να πάρει ένα τέτοιο δώρο και να αφεθεί σε όλα αυτά τα όμορφα συναισθήματα, γιατί αξίζει πραγματικά.
Μόνο τότε μπορείς να εκτιμήσεις πραγματικά τη ζωή.
 
 
 
 
Πίνακας:  Lord Frederic Leighton - "Mother and Child"
 

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Το δεδομένο φυγείν δυνατόν...

 
Της Κωνσταντίνας Πέππα
 
 
 
 
photo: Κωνσταντίνα Πέππα
Είχε την κακιά συνήθεια να αφήνει αποβραδίς την εφημερίδα στο πάτωμα, πάνω στις παντόφλες του.
Αυτό, φυσικά, είχε ως αποτέλεσμα να γλιστρήσει και να σωριαστεί χάμω. Του ξέφυγε ένα «άι – σιχτίρ» και σήκωσε με εκνευρισμό την εφημερίδα, ακουμπώντας την πάνω στο κομοδίνο.
Είδε φευγαλέα, στο πρωτοσέλιδο, την ημερομηνία και συνειδητοποίησε ότι ήταν πρωτομηνιά.
«Ωραία! Αφού ο μήνας ξεκίνησε με πρωινή σαβούρδα, κατάλαβα πώς θα συνεχιστεί...» μονολόγησε χαμηλόφωνα.
‘Εξι μήνες τώρα, είχε συνηθίσει να μιλάει μόνος του στο σπίτι. Κλεισμένος και αποκομμένος από όλους. Είχε κι ένα μυθιστόρημα να τελειώσει και δυστυχώς, η έμπνευσή του, είχε εξαφανιστεί. Αποκαΐδια σκέψης, που σκορπούσε ο άνεμος εδώ κι εκεί. Στέρεψε από ιδέες.
Ο εκδότης του δεν παρέλειπε να του θυμίζει ότι οι αναγνώστες του, περίμεναν με ανυπομονησία το τρίτο του βιβλίο.
Πόσο τον άγχωνε όλο αυτό... Τι είχε πάθει; Κάποτε, οι ιδέες στριμώχνονταν στο μυαλό του και δεν ήξερε ποια να διαλέξει. Να, όμως, που τώρα, στα δωμάτια του μυαλού του, επικρατούσε μια στείρα ησυχία. Ούτε ηχώ δεν έβγαζαν οι σκέψεις του.
Πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ και περνώντας από το καθιστικό, είδε τη φωτεινή ένδειξη του τηλεφωνητή να αναβοσβήνει.
Πάτησε το κουμπί, ενώ ταυτόχρονα, πήρε τυχαία ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη.
Πρώτο ηχητικό μήνυμα: «Παιδί μου, έλα να φάμε αύριο όλοι μαζί. Θα χαρεί ο πατέρας σου. Ξέρουμε ότι είσαι αγχωμένος αυτήν την περίοδο, αλλά βγες λίγο από το σπίτι. Μας έχεις λείψει...»

Δεύτερο ηχητικό μήνυμα: «Η Μαρία είμαι. Ξέρω, ξέρω, είσαι στρεσαρισμένος, αλλά αν βρεις χρόνο, έλα μεθαύριο στο γνωστό στέκι. Μου έχεις λείψει, μωρό...»
 
Τρίτο ηχητικό μήνυμα: «Πού είσαι βρε χαμένο κορμί; Σε έχω πάρει τόσες φορές στο κινητό, αλλά δεν το σηκώνεις. Πάμε για καμιά μπύρα, ρε φίλε! ‘Αντε, έχω ξεχάσει τα μούτρα σου!»
 
«Καθένας με το χαβά του! Τα γκομενιλίκια, οι μπύρες και τα οικογενειακά μαζέματα, μου έλειπαν τώρα...» μονολόγησε πάλι.
 
‘Ανοιξε το βιβλίο τυχαία σε μια σελίδα και δίχως να κοιτάζει, ακούμπησε το δάχτυλό του σε ένα σημείο. Η λέξη «θυμηθείς» ήταν η πρώτη για αυτήν την εβδομάδα. Είχε να βρει άλλες τρεις μέχρι το τέλος του μήνα, ώστε να τις ενώσει και να δει αν θα έβγαινε νόημα. ‘Ηταν μια χαζή συνήθεια που έκανε χρόνια τώρα...
.........................................................................................................................................
 
‘Αργησε έξι μήνες η πολυπόθητη έμπνευση, αλλά ένα βράδυ τρύπωσε στον ύπνο του σαν καταρρακτώδης βροχή. Κατέκλυσε κάθε σκιερή γωνιά του μυαλού του και οι νύχτες του απέκτησαν ξανά φως. Σηκωνόταν από το κρεβάτι και έγραφε ασταμάτητα.
Τα πλήκτρα του υπολογιστή έμοιαζαν πια με πλήκτρα πιάνου και το τηλεφώνημα από τον εκδότη του, ήχησε πολύ μελωδικά στα αυτιά του, προς το τέλος του μήνα.
 
«Το τελείωσα!» του είπε χαρούμενος. Ακούμπησε το τηλέφωνο στη βάση του και πρόσεξε ότι δεν αναβόσβηνε η φωτεινή ένδειξη του τηλεφωνητή. Μέρες τώρα...
Πήγε στη βιβλιοθήκη του καθιστικού και διάλεξε τυχαία ένα βιβλίο. Πήρε το σημειωματάριό του και σημείωσε την τέταρτη λέξη. «Να».
Φόρεσε το σακάκι του και βγήκε έξω να περπατήσει. Είχε όρεξη να ανέβει στον Λυκαβηττό και να αγναντέψει την πόλη από ψηλά.
Κοντοστάθηκε στην Αριστίππου για να χαζέψει το γωνιακό εγκαταλελειμμένο σπίτι. ‘Εβγαλε το κινητό από την τσέπη του σακακιού του για να το φωτογραφίσει, καθώς του ασκούσαν μια γοητεία αυτά τα σπίτια. Κάποτε, υπήρχε ζωή σ’αυτά. Ευτυχισμένη ή δυστυχισμένη, λίγη σημασία είχε. Υπήρχε ΖΩΗ.
Λίγο πριν προλάβει να εστιάσει στο μπαλκονάκι με το μισάνοιχτο παράθυρο, ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι κι όλα μαύρισαν γύρω του.
.......................................................................................................................................
 
Ξύπνησε από οικείο άρωμα και γνωστές φωνές. Στην αρχή, τους έβλεπε όλους θολά. Η μητέρα του, ο κολλητός του κι η Μαρία. Τι διάολο έγινε; Πού στην ευχή βρισκόταν;
Η νοσοκόμα που εμφανίστηκε μπροστά του, του έλυσε την απορία.

«Τι έγινε ρε φιλάρα; Για μπύρες λέγαμε να πάμε και να’σαι εδώ να τρως φιδέ και κομπόστα ροδάκινο! Α, ρε τα χάλια σου!» γέλασε δυνατά ο φίλος του.

Η Μαρία του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο κι η μητέρα του τακτοποιούσε κάτι ταπεράκια στο διπλανό κομοδίνο.
 
«Ε, αφού δεν εδέησες να έρθεις απ’το σπίτι για φαγητό, σου το έφερα εδώ. Ας είναι. Σημασία έχει ότι είσαι καλά, παιδί μου!» του είπε ανακουφισμένη η μητέρα του.
 
«Τι έγινε ρε παιδιά; Τι μου συνέβη;» ρώτησε αμήχανος.
 
«Τι να συμβαίνει ρε φίλε; Σου άρπαξε κάποιος το κινητό και φρόντισε να σου δώσει και μία στην κεφάλα. ‘Ολο το βράδυ τάβλα ήσουν! Διάσειση, είπε ο ντόκτορ. Ελαφρά, διότι τη διάσειση την έχεις παιδιόθεν. ‘Αντε να συνέλθεις, να πάμε για εκείνη την αναθεματισμένη μπύρα, το κέρατό μου!»
 
Ο τραυματίας γέλασε και ζήτησε από τη Μαρία να ψάξει στο εσωτερικό του σακακιού του το σημειωματάριό του.
 
«Δεν πιστεύω να μου το βούτηξαν κι αυτό!» ρώτησε με αγωνία την κοπέλα.
«Όχι, μην ανησυχείς. Στη θέση του είναι» τον καθησύχασε.
«Πήγαινε εκεί που έχω τον σελιδοδείκτη και διάβασέ μου τις τέσσερις λέξεις που έχω σημειωμένες» της είπε.
«Για να δω... Α, μάλιστα. Τις βρήκα, αλλά δε βγαίνει νόημα. Είναι ανακατεμένες...»
«Διάβασε εσύ, δεν πειράζει...»
«Θυμηθείς, ζήσεις, να, να... Δεν καταλαβαίνω» είπε η Μαρία, σαστισμένη.
«Να τις βάλουμε στη σειρά. ΝΑ ΘΥΜΗΘΕΙΣ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ...»
 
Να θυμηθείς να ζήσεις...
 
 
 
 
 

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Θαυμά(ΖΩ) !

 
 
Της Μαρίας Κανελλάκη
 
 
 Με τη λίστα κοιμάμαι, με το στικάκι ξυπνάω. Τα όνειρά μου γίνανε σαν την Αθήνα του Καμίνη. Αφιλόξενα και τριτοκοσμικά. Οι αγαπημένοι μου ήρωες αντικαταστάθηκαν με φτηνά αντίγραφα. Kινεζιές του κερατά! Η οικογένεια Ντάλτον με την οικογένεια Παπακωνσταντίνου. Ο Οβελίξ με τον Βενιζέλο, η Κρουέλα με την Ανγκέλα κι ο Ηλίας του 16ου με τον Ηλία τον χρυσαυγίτη. Πεπεισμένη πως «…οι μάγκες δεν υπάρχουν πια/ τους πάτησε το τρένο…» (της ανάπτυξης), κι απάνω που ετοιμαζόμουν να βάλω τελεία στο κεφάλαιο «Oι αγαπημένοι μου ήρωες», γνώρισα ένα θαυμαστικό. Μάλλον θα το έφερε η κακοκαιρία που ζούμε τα τελευταία χρόνια. Μπορεί και η χρόνια εξάρτησή μου από σουρεάλ, ή τουλάχιστον μη υλικές, ουσίες. Η αλήθεια είναι πως από τότε που ήρθε σαν απρόσκλητος επισκέπτης στη ζωή μου, σταμάτησα να βασανίζομαι από ερωτηματικά, αγκύλες, κόμματα και να βάζω αποσιωπητικά και παρενθέσεις στη σκέψη μου. Ζω μόνο για να ανακαλύπτω αφορμές και ανθρώπους που αξίζουν θαυμαστικά.

Για τα παιδιά που κάθε πρωί ανηφορίζουν ένα δρόμο προς κάποιο σχολείο! Που χτίζουν τη ζωή τους πάνω στ΄ αποκαΐδια που τους κληροδοτήσαμε. Γελάνε, φωνάζουν, παθιάζονται, κλαίνε, ερωτεύονται, βγάζουν γλώσσα στο σύστημα κι ορθώνουν, το ασχημάτιστο ακόμα, ανάστημά τους. Χτες έπεσα πάνω στο πιο νταλκαδιάρικο και ευρηματικό γκράφιτι της περιοχής. Στον τοίχο του γυμνασίου: «Σ’ αγαπάω ρε ΖΩΗ!!!». Τα θαυμαστικά από μένα… κέρασμα!



Για το ηλικιωμένο ζευγάρι του απέναντι διαμερίσματος! Κόντρα στις τηλεοπτικές «Κασσάνδρες» και τις κυβερνητικές επιδιώξεις, αντέχουν να επιβιώνουν, ν’ αγαπιούνται, να στηρίζονται τρυφερά ο ένας στον ώμο του άλλου και να φυτεύουν γεράνια και γιασεμιά στο μπαλκόνι τους. Αφήνονται γλυκά στο γήρας του σώματος, αλλά στήνουν οδοφράγματα στην άλωση της ψυχής τους. Τσουγκρίζουν ακόμα τα ποτήρια τους και ξορκίζουν το ζόφο, με πείσμα και μαγκιά εικοσάρηδων.



Για το κορίτσι που σερβίρει καφέδες τα σαββατοκύριακα! «…Αλλιώς, δεν έχει φροντιστήριο…», μου είπε αυθόρμητα μια μέρα. «… Άμα μαζέψω κι από μπουρμπουάρ, τσοντάρω και στα έξοδα της οικογένειας. Ζόρια μωρέ!... μόνο η μάνα μου δουλεύει….». Χαμόγελο από ατσάλι, και δυο μάτια φτιαγμένα απ’ τις πιο γαλάζιες θάλασσες του κόσμου. Τους επιτρέπει μόνο να υγραίνονται. Όχι να κλαίνε.



Για τον δεκαπεντάχρονο απόγονο κάποιου παλιού ιππότη, που ρίχτηκε στις φλόγες για να σώσει τα μικρότερα αδέρφια του, στο φλεγόμενο σπίτι της γιαγιάς τους. Σ’ ένα χωριό της Καβάλας. Χάθηκαν όλοι στους καπνούς και τις αναθυμιάσεις. Κι αν ήταν άλλες εποχές, θα βάζαμε παράσημα και τίτλους ή θα δαφνοστεφανώναμε την ηρωική πράξη. Σκαλίζω άπειρα θαυμαστικά και υποκλίνομαι στα πικραμένα μάτια ενός παιδιού, που θάφτηκαν στη λάσπη και τη μαυρίλα του σύγχρονου Μεσαίωνα. Κι ας καταναλώθηκε κι αυτό ως «θλιβερή είδηση» ή «παράπλευρη απώλεια». Κι ας το κάνανε ακόμα κι αυτό, αφορμή για ένα έκτακτο αλληλοφάγωμα στη Βουλή, μεταξύ φρέντο και τυρόπιτας. Λίγο πριν το θάψουν στο χωνευτήρι της λήθης.



Κι ας βρωμίζουν τον τόπο με τη δυσωδία του χνώτου τους. Κι ας ρηχαίνουν τις αξίες μας κι ας μαντρώνουν τις ζωές μας σε σύγχρονες φυλακές, ντοπάροντάς μας με παραισθησιογόνα για να μένουμε σε ισόβια καταστολή.



Σ’ όλα αυτά που αυτοπροσδιορίζονται ως σοβαρά, εγώ βλέπω μόνο μαγευτικούς ανθρώπους. Έτσι, από αντίδραση…




(Ένα μεγάλο ευχαριστώ στη Φλώρα και στο συναρπαστικό της παιχνίδι με τις λέξεις. Μέσα απ’ αυτή τη μαγική εμπειρία, είχα την τύχη να συναντηθώ με εξαιρετικούς ανθρώπους, με τους οποίους μοιραστήκαμε ιστορίες, εμπειρίες, ιδέες και βιώματα. Στον έκτο κύκλο του «Παίζοντας με τις λέξεις», είχα την τιμή να πάρω το δεύτερο βραβείο, αλλά πάνω απ’ όλα την ευτυχία να γνωρίσω αξιόλογους ανθρώπους που με τίμησαν με τη βαθμολογία τους).