Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

OΡΝΙΘΕΣ


Της Μαρίας Κανελλάκη 


-Βάλτε μου πόδια στο νιπτήρα!

(νιπτήρας Νο 1) “ Σπλαααατς!”

- Σχήμα - χρώμα θα κάνουμε;

(νιπτήρας Νο 1)  “Αυτό που λέει στο προσπέκτους  ‘Χαλαρωτικό σπα και απολέπιση’ τι είναι;”

(νιπτήρας Νο 2) “Α,  να το κάνεις απαρέγκλιτα! Έχεις να πας και μια Επίδαυρο, μην ξεχνάς… Πού να σκάσεις μύτη μ’ αυτή τη φτέρνα στο αρχαίο μάρμαρο; Ιεροσυλία!”

(νιπτήρας Νο 1) “Χάλια το έργο, μου είπε η κουνιάδα μου... Να κάνω μήπως γαλλικό;”

(νιπτήρας Νο 2) “ Mε ασημί περίγραμμα...και να βάλεις φλατ, γιατί έχει πολύ κατσάβραχο. Τι σας ήρθε να πάτε αρχαίο θέατρο;”

(νιπτήρας Νο 1) « Ο Θανάσης έχει πάθει φλασιά  μ’ αυτόν τον κοντό που έπαιζε στο ‘Είσαι το ταίρι μου’... Ψιτ, κοπελιά, προσοχή το κότσι μου!...».

(νιπτήρας Νο 2) « Α... ο τέτοιος μωρέ... ο  Βαγγέλης  ε;»

(νιπτήρας Νο 1)  «Προσοχή τον κάλο μου! Πονάει καλέ!!!... Κάπως αλλιώς τον λένε... κόλλησα τώρα... Τελειώνεις με τον  τόρνο; Γαργαλιέμαι!»

(νιπτήρας Νο 2)  «Επιθεώρηση παίζουν;»

(νιπτήρας Νο 1)  «Ε... μάλλον!... Σε κωμικά παίζει αυτός... Να μη βάλω δηλαδή τις φούξια πλατφόρμες;»

(νιπτήρας Νο 2)  «Με την καμία όμως!  Με φορείο θα σε φέρουν πίσω! Σου λέω είναι νταμάρι εκεί πέρα...  Να κάνω ένα μόνιμο γαλλικό; ... Φοβάμαι μήπως το βαρεθώ... και θα θέλω σφυρί και καλέμι για να το βγάλω…»

(νιπτήρας Νο 1) « Η κουμπάρα μάς ξεσήκωσε... Είχε δει τον Ζουγανέλη και περάσανε λέει τούμπανο!... Προσοχή το μικρό νύχι! Έχει σπάσει κάθετα...»

(νιπτήρας Νο 2)  «Τραγουδάει ο Ζουγανέλης στην Επίδαυρο;... Πιάσε εκείνο το κοραλί!... Είχε και Μπουλά;... Όχι το ιριδίζον!!!... το άλλο δίπλα!....»

(νιπτήρας Νο 1) «Προσοχή το μεγάλο μου!!!... Έχει γυρίσει προς τα μέσα και με σφάζει το κωλόνυχο!!!... Ναι... νομίζω μου είπε και  Μπουλά... Κι αυτόν  που έπαιζε στο πενήντα-πενήντα...»

(νιπτήρας Νο 2) «Ο Χαϊκάλης;»

(νιπτήρας Νο 1) «Ο άλλος μωρέ... ο Ζήκος!»

(νιπτήρας Νο 2) «Εδώ θέλει δεύτερο χέρι γυαλιστικό...  Να πάρετε και μαξιλαράκια μαζί σας... με οσφυαλγία θα φύγετε από κει πέρα... »

(νιπτήρας Νο 1) «Τι να κάνω η γυναίκα; Τον ξέρεις τον Θανάση... άμα του μπαστακωθεί μια ιδέα, δεν του την ξεκολλάς με την καμία όμως...  Να κάνω γαλλική πλεξούδα τη φράντζα μου;...  Θα σκάσω με τη μαλλούμπα κάτω... Καλά μιλάμε, άμα είναι μάπα το έργο,  μαύρο φίδι που τον έφαγε... »

(νιπτήρας Νο 2) «Φάγαμε κάτι κεμπάπ χτες στου Αριστοφάνη... καλά ε;;;... Απαίχτου!!!...»

(νιπτήρας Νο 1) «Κάτι μου θυμίζει το όνομα... κάπου το είδα γραμμένο τώρα τελευταία...  Να βάλουμε κι ένα στρασάκι στον αντίχειρα ή μπα;;;... Θα πέσει βαρύ ε;…. »

(νιπτήρας Νο 2) «Το γιαουρτλού μας έπεσε κομματάκι βαρύ, αλλά είχε και σαρανταδύο βαθμούς με υγρασία,  μην ξεχνάς!... Να το ξαναπεράσουμε αυτό; Κόλλησε ένα τσίνορο απ’ την κυρία δίπλα που την ξεφρυδιάζουν... να, εδώ...»

(νιπτήρας Νο 1) «Να κάνω και σχήμα στα φρύδια; Παραφουντώσανε…. Ο Αριστοφάνης κάτι μου θυμίζει πάντως…»

(νιπτήρας Νο 2) «Δεν κάνεις μουστάκι πρώτα; Σαν τον Ονούρ έχεις γίνει!»

 (νιπτήρας Νο 1) «Ο Ονούρ! ... Θ Ε Ο Σ  μιλάμε;;;»

(νιπτήρας Νο 2) «... και Αλλάχ και Βούδας μη σου πω!!!... Να πάρεις λίγο και τις φαβορίτες γιατί παραμακρύνανε...»

(νιπτήρας Νο 1) «...Ψιτ κοπελιά, ετοίμασε κερί για μουστάκι-φαβορίτες... Xωρίσανε και με τη Σεχραζάτ ε; Αυτή κωλοτριβόταν με τον Μπουλέντ σ’ ένα άλλο σήριαλ και τα πήρε κρανίο ο «Θεός» και μπαλαμουτιάζει την Μεριέμ, ένα άλλο μανουλομάνουλο που έπαιζε  μαζί της σ’ ένα άλλο σήριαλ και το μαθαίνει η Μπεργκιουζάρ και έγινε ...της Βαγδάτης... Διαζύγιο στα καπάκια μιλάμε!...»

(νιπτήρας Νο2): «Έεεεελα ρε!!!....τσεκαρισμένο;»

(νιπτήρας Νο 1): «Πρώτο θέμα στο ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ!... με προσβάλλεις τώρα... σου' χω δώσει εγώ ποτέ μούφα είδηση;»

(νιπτήρας Νο 2) «Καλά σόρυ...καλό το κοραλί αλλά την άλλη φορά θα κάνω την ελληνική σημαία, εδώ στον παράμεσο... το είδα στους Ολυμπιακούς κι έφαγα σκάλωμα... Άσχετο... ποιο έργο θα δείτε τελικά;»

(νιπτήρας Νο 1) «Τις όρνιθες καλέ!»

(νιπτήρας Νο2) «Του Αριστοφάνη δεν είναι αυτό;»

(νιπτήρας Νο 1) «Ξέρεις μήπως επίθετο;»



Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Όσο και να ξεχνάς, δεν σε ξεχνώ!


Της Έλενας Λουκοπούλου



 - Ποια είσαι εσύ, μήπως ξέρεις πού είναι η μαμά μου;
- Βρε γλυκιά μου εγώ είμαι, δε με θυμάσαι; Η Έλενα.

- Δε σε ξέρω κορίτσι μου, δε σε έχω ξαναδεί, ποια είσαι;

Αυτές οι κουβέντες θα μείνουν χαραγμένες για πάντα στη μνήμη μου.
Τι αρρώστια είναι αυτή να σε κάνει να ξεχνάς τα πάντα, όλη σου τη ζωή. Παλεύεις με εικόνες που σου έρχονται χωρίς να το θέλεις και φεύγουν μέσα σε δευτερόλεπτα χωρίς να προλάβεις να τις ολοκληρώσεις.
Η γυναίκα για την οποία σας γράφω, ήταν μια γυναίκα που σε όλη της τη ζωή χαιρόταν με το παραμικρό.
Κεφάτη, πρόσχαρη, πάντα με ένα χαμόγελο στο στόμα. Είχε μια ασταμάτητη ενέργεια, που την διοχέτευε όπου έβρισκε, στα παιδιά της, στις φίλες της, στις βόλτες... όπου έβρισκε.
Ήθελε πάντα να τελειώνει γρήγορα τις δουλειές τις και να βγαίνει έξω βόλτες, πότε με τις φίλες τις και πότε μόνη της. Δεν μπορούσε να κάτσει στο σπίτι με τίποτα.
Την κυνηγούσαμε πάντα για να μαζευτεί λίγο και να ξεκουραστεί, γιατί είχε και πρόβλημα με την καρδιά της και έπρεπε να ξεκουράζεται.
Και η απάντηση, πάντα η ίδια.

-Δεν πρόκειται να πάω εγώ από την καρδιά μου, η καρδιά μου είναι μια χαρά.

Ξέγνοιαστα περνούσαν τα χρόνια, ώσπου ξαφνικά πεθαίνει ο άντρας της από μια αρρώστια που τον βασάνιζε χρόνια.
Η γυναίκα ξαφνικά έχασε τον κόσμο, την βλέπαμε τις επόμενες μέρες να γυρνάει μέσα στο σπίτι σαν χαμένη, σαν να μην είχε τίποτα να κάνει, σαν να έψαχνε μονίμως κάτι.
Είπαμε όλοι ότι θα της περάσει, ήταν μεγάλο το πλήγμα του χαμού του άντρα της, με τον οποίο έζησε μια ζωή και το κενό που της άφησε, τεράστιο.
Οι μέρες περνούσαν και η γυναίκα έμοιαζε να χάνεται στον κόσμο της. Έγινε καχύποπτη, νόμιζε ότι όλοι ήθελαν το κακό της, ότι ήθελαν να την πετάξουν στο δρόμο.
Αρπαζόταν με το παραμικρό, ήθελε να είναι με κάποιον συνέχεια ακόμα και στις δύο τη νύχτα.
Της βγήκαν πολλά άσχημα πράγματα... "Μανία καταδίωξης" είπε ο γιατρός και της έδωσε χάπια για να μην κάνει κακό στον εαυτό της, αφού είχε και τάσεις φυγής.

Ξαφνικά, μετά από καιρό, άρχισε να μη γνωρίζει τα παιδιά της, να μην μπορεί να ολοκληρώσει μια πρόταση και να μη θέλει να βγει από το σπίτι.

"Δε γίνεται τίποτα" είπε ο γιατρός, "έχει γεροντική άνοια και πρέπει να την προσέχετε να μην φύγει και να μην βλάψει τον εαυτό της".

Την φέρναμε στο σπίτι και άρχιζε να λέει μετά από λίγο.

- Θέλω να φύγω με περιμένει η μαμά μου. Πρέπει να πάω σπίτι.

Όπου και να πήγαινε ήθελε να φύγει, για πού κανείς δεν ξέρει... μάλλον, ούτε η ίδια ήξερε.
Τραγικό!
Είναι απίστευτα άσχημο να βλέπεις έναν άνθρωπο, που ήταν τόσο ζωντανός σε όλη του τη ζωή,  να έχει αυτή την κατάληξη. Και το χειρότερο, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να τον βοηθήσεις.
Ήταν ο χαμός του άντρα της, ήταν κάτι άλλο, θα συνέβαινε έτσι και αλλιώς;
Αναπάντητα ερωτήματα. Κανείς δεν ξέρει, όταν έχεις να κάνεις με την ψυχή του ανθρώπου. Δεν υπάρχουν απαντήσεις, απλώς, συμβαίνουν κάποια πράγματα.
Το μόνο παρήγορο - αν μπορεί να το πει κάποιος έτσι -  είναι πως είναι ήσυχη στον δικό της κόσμο. Δε νιώθει πια ότι την κυνηγάει κάποιος, δεν έχει πια μανία καταδίωξης.

Θα φύγει κάποια στιγμή ήσυχα. "Ήσυχα..." τι πάει να πει "ήσυχα...".
Πώς μπορεί να φύγει ένας άνθρωπος ήσυχος όταν δε θα αναγνωρίζει τους ανθρώπους που θα είναι δίπλα της, που θα νιώθει μόνη της ακόμα και τις τελευταίες της στιγμές...

Μακάρι να βρισκόταν κάποιο φάρμακο που θα μας έκανε να ξαναβρούμε τον εαυτό μας όταν χανόμαστε, να μας ξαναγύριζε πίσω στις καλές στιγμές.
Tι μπορεί  να συμβαίνει στο μυαλό κάποιου ανθρώπου αυτής της ηλικίας και χάνεται;
Όπως και τα υπόλοιπα όργανα κουράζεται και αποφασίζει κάποια στιγμή να σταματήσει;
Κάποιο οδυνηρό γεγονός ισοπεδώνει τα πάντα και καταλαμβάνει το είναι σου.

Άγνωστο!

Η γυναίκα αυτή θα είναι πάντα στη μνήμη μου όπως ήταν παλιά, η ζωηρή, φωνακλού, απαιτητική γυναίκα, που γνώρισα από την πρώτη στιγμή.
Και ας μου έσπαγε λίγο τα νεύρα μερικές φορές. Την προτιμούσα έτσι, να δηλώνει την παρουσία της με όποιο τρόπο, έστω και με αυτόν.
Ο πολιτισμός μας και η κουλτούρα μας επιβάλλει να είμαστε δίπλα σε αυτούς τους ανθρώπους όταν μας χρειάζονται πάντα!


ΥΓ. Αυτό το κείμενο είναι αφιερωμένο σε μία γυναίκα της οικογένειάς μου, που είναι πια ήσυχη στο δικό της κόσμο και σε όλους τους ανθρώπους που είναι στην ίδια κατάσταση και παλεύουν με τις μνήμες τους.


Να είμαστε όλοι όσο πιο κοντά μπορούμε και να μην ξεχνάμε, όσο και αν κουραζόμαστε μερικές φορές, ότι όλοι μπορεί να βρεθούμε σε αυτήν την κατάσταση.













 

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Τον αράπη κι αν τον δέρνεις...


Της Μαρίας Κανελλάκη



Έπεσε σαν αλογόμυγα μες στο γαλακτερό περιβάλλον της εταιρείας μας, πριν πέντε χρόνια. Χρωματικά και μόνο, ήταν παντελώς αταίριαστη. Συνδυασμοί άσπρο-μαύρο δεν παίζανε τότε, αφού όλοι μας τηρούσαμε αυστηρό χρωματικό πρωτόκολλο, καθώς και μια πάγια εμμονή στο λευκό.
 Όχι του Αιγαίου…Του δέρματος. Την πρώτη μέρα που έσκασε μύτη στο γραφείο, έκαναν δειλά το ντεμπούτο τους και οι πρώτες χρυσές αποχρώσεις μιας αυγής, που ξημέρωνε μια νέα τάξη πραγμάτων. Για το επόμενο διάστημα, την κρατήσαμε σε μια – σιωπηρά οργανωμένη - απομόνωση, ντοπαρισμένοι με την κατάλευκη ψευδαίσθηση ότι αποτελούσε ένα ξένο στοιχείο, ένα παράταιρο έπιπλο στο ευρωπαϊκό σαλονάκι μας. Κι αυτή χαμογελούσε. Όσο συνεχιζόταν η απαξίωσή μας, τόσο το χαμόγελό της απλωνόταν κι έφτανε ως τα σύνορα του προσώπου της. Κι όσο νομίζαμε οι αφελείς ότι η συμπεριφορά μας είναι δείγμα φυλετικής υπεροχής, τόσο εκείνη μας μαστίγωνε ανελέητα με τις λέξεις της. Μαζί της θυμηθήκαμε κάτι παλιές φράσεις και συνήθειες και – άθελά μας- τις ξαναβάλαμε στην καθημερινότητά μας. «Καλημέρα!», «Δόξα τω Θεώ, όλα καλά!», «Ευχαριστώ πολύ!», «Σε παρακαλώ!». Επίσης, σε πείσμα όλων μας, έμαθε και αφομοίωσε τις διαδικασίες και τα δαιδαλώδη μονοπάτια της πολυεθνικής μας αυτοκρατορίας, με χρόνους και αντοχές που μόνον ένας Αφρικανός δρομέας μπορεί να καταφέρει.
Υπερωρίες, ξενύχτια στο σπίτι, διάβασμα, προσωπικό ψάξιμο απ’ τα αρχεία, πείσμα, οι πρώτες επιτυχίες στα νούμερα, η αποδοχή, η εδραίωση, τα καπέλα που της βγάλαμε όλοι.

Στα ζόρικα χρόνια που ακολούθησαν, με τη διάθεση και το ηθικό μας στα τάρταρα και τις κουβέντες μας να σοβαρεύουν ολοένα και περισσότερο, εκείνη συνέχισε να μας χαμογελάει απτόητη. Στους μίζερους μονολόγους μας για την κρίση και την ακρίβεια, μας θύμιζε ότι είμαστε η χώρα που γεννήθηκε η Δημοκρατία και πως έχουμε καθήκον να μη σκύψουμε το κεφάλι και να παραδοθούμε αμαχητί. Μαζί της έκανα μαγικές πτήσεις ως την Αλεξάνδρεια, με ξενάγησε νοερά στην ιστορική Βιβλιοθήκη, στο σπίτι του Καβάφη, στα βάθη της Γκίζας ως τις Πυραμίδες, στον Νείλο και στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου. Σε κάτι ζόρικες μέρες που πέρασα πρόσφατα, με βούτηξε απ’ το λαιμό
και με πήγε ταξιδάκι «τσάρτερ» ως το Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. «Πρέπει να το επισκεφθείς κάποτε, να νιώσεις την κατάνυξη όταν προσκυνάς το ιερό σκευοφυλάκιο, να βρεθείς κοντά στη μαγεία της φύσης και την ιερότητα του χώρου αυτού. Αν το αποφασίσεις, θα έρθω μαζί σου!...» μου είπε.

Με την απόφασή της να ζήσει στην Ελλάδα καλοπληρωμένη και εξοφλημένη στην εντέλεια, με ακρίβεια και συνέπεια που λίγοι πλέον Έλληνες διαθέτουν, καταθέτει χαρτιά για να πάρει και την ελληνική ιθαγένεια. 
Η γνωστή ιστορία. Δημόσιες υπηρεσίες, αιτήσεις, παράβολα, επιτροπές, βεβαιώσεις, πιστοποιητικά και τούμπαλιν... Κι ένα βιβλίο ελληνικής ιστορίας. Χαμογέλασε όταν της το δώσανε. «Μα την έχω ήδη διδαχθεί στο ελληνικό σχολείο του Καΐρου! Έχω κάνει πολλές εργασίες και μεταφράσεις απ’ τα αραβικά...» είπε στον αρμόδιο υπάλληλο. Απάντηση δεν πήρε ποτέ. Το ζητούμενο ήταν να εισπραχθεί το ποσόν του παράβολου. Ίσο μ’ ένα μηνιάτικο, καλά αμειβόμενου υπαλλήλου. Για την ιστορία, ποιος νοιάζεται;

«Αντί να με μαχαιρώσουν και να μου το πάρουν με τη βία, εγώ πάω και το δίνω εθελοντικά!» μου είπε πριν λίγες μέρες με τη γνωστή της "αναίδεια". Δεν είχα καμιά αμφιβολία ότι μεταξύ των άλλων εθελοντικών δραστηριοτήτων της, θα ήταν και αιμοδότης. Όπου γάμος και χαρά, κι αυτή μέσα! Στο νοσοκομείο που πήγε για την αιμοδοσία, πέτυχε «φλέβα». Ταυτόχρονα έκαναν έφοδο και τα «φουσκωτά παληκάρια». Όχι για να δώσουν αίμα. Ουρλιαχτά, χτυπήματα στην πόρτα του Υπεύθυνου Αιμοδοσίας, προπηλακισμοί, το γνωστό κουρνιαχτό «Δεν δίνετε αίμα σε ξένους! Μόνο σε Έλληνες!!!» και λοιπές υστερίες. Ο γιατρός τους εξήγησε ότι η κοπέλα είναι μόνιμος αιμοδότης και ήρθε για να δώσει. Αμηχανία και φωνηεντική απάντηση «Α...!»

Μ’ ένα αδικαιολόγητο εθνικιστικό πείσμα που πρέπει να κρύβεται στα μύχια της ψυχής μου, ψάχνω εδώ και καιρό μιαν αφορμή για να περάσω λίγο μπροστά της. Έστω για έναν γύρο. Κι ας το ξέρω πως πάω να τα βάλω με δρομέα, με αντοχές αραβικού αλόγου. Πριν λίγες μέρες που έσκασε η είδηση του αποκλεισμού της πρωταθλήτριάς μας, και με αφορμή τα κουνούπια με καταγωγή και μακρινούς συγγενείς στον Νείλο, ήμουν σχεδόν βέβαιη ότι έφτασε η πολυπόθητη μέρα που περίμενα. «Πώς θα νιώθουν άραγε οι Αιγύπτιοι μετανάστες ύστερα απ’ αυτές τις εξελίξεις στην Ελλάδα;» τη ρώτησα ένα πρωί.

Χαμογέλασε. «Μα ο Νείλος διασχίζει οχτώ χώρες πριν καταλήξει στην Αίγυπτο. Για το πώς νιώθουν οι μετανάστες που ζουν εδώ, είμαι βέβαιη ότι η αγωνία δεν έχει σύνορα και πατρίδες. Ό,τι νιώθουν χρόνια τώρα και οι χιλιάδες Έλληνες που ζουν εκεί. Οι περισσότεροι προέρχονται απ’τη Μικρασιατική Καταστροφή και έχουν βιώσει διωγμούς και αφανισμούς. Το φαντάζεσαι να κυκλοφορούσε ένα αντίστοιχο σχόλιο στο twitter ενός διάσημου αθλητή στην Αίγυπτο;
«Mε τόσους Έλληνες στη χώρα, τα κουνούπια του Έβρου, θα τρώνε σπιτικό φαγητό!...»

(Αφιερωμένο σε μια μετανάστρια, που μου έμαθε τι ακριβώς σημαίνει το λήμμα «Πατριωτισμός»)