Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Φως

Της Φωτεινής Μπούρου


photo: Θάνος Τσάκαλος
Σε στιγμές που υπάρχει το απόλυτο σκοτάδι, εκεί που νιώθεις ότι δεν αντέχεις άλλο, πως χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου, βρίσκεται ένας άνθρωπος να σου χαρίσει το φως του.

Είναι σαν μια ώθηση να πας παρακάτω, να ξεπεράσεις όλα τα προβλήματα, να διώξεις αυτό το μαύρο που σε εμποδίζει να δεις τη ζωή. Ένα φως ικανό να σου χαρίσει γέλιο, ζωντάνια και αισιοδοξία, αφήνοντας στην άκρη τα προβλήματα. ‘Ένα φως που το έχεις τόσο πολύ ανάγκη και έρχεται την πιο κατάλληλη στιγμή.
Όμως, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Ο ίδιος άνθρωπος που σου έχει δώσει το φως του σε μια δύσκολη στιγμή για σένα, μπορεί να σου το πάρει πάλι πίσω. Κι αν ήταν η μόνη σου ελπίδα αυτό το φως, φτάνεις πάλι στο μηδέν, πάλι στο απόλυτο σκοτάδι.
Δυστυχώς, έτσι είναι οι άνθρωποι σήμερα. Όσο και να θες, δεν μπορείς να τους εμπιστευθείς. Ελάχιστοι άνθρωποι είναι άξιοι εμπιστοσύνης.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να βασίζεσαι σε προσωρινά φώτα, φώτα  που τρεμοπαίζουν, όπως είναι το φως ενός κεριού. Σίγουρα είναι πολύ χρήσιμα και αναγκαία, αλλά κάποια στιγμή αυτά τα φώτα που σου χάρισαν το χαμόγελο, μπορεί να χαθούν και να σε βυθίσουν πάλι στο σκοτάδι.
Γι’ αυτό, λοιπόν, ο καθένας χρειάζεται το δικό του φως. Μόνο αυτό μπορεί να εμπιστευθεί. Κάπου υπάρχει σίγουρα. Απλώς χρειάζεται λίγο ψάξιμο παραπάνω. Μπορεί να βρίσκεται σε μια μουσική μελωδία, σε μια αγαπημένη ταινία, σε μια βόλτα στην παραλία, στη ζεστασιά της οικογένειας ή στην αγκαλιά ενός καλού φίλου. 
Είναι κάποια φώτα που ευτυχώς διαρκούν για πάντα και πάντα θα είναι δίπλα μας  να μας φωτίζουν ό,τι και αν συμβεί. Εκεί είναι και το κλειδί της ευτυχίας.

Καλή αναζήτηση.

ΥΓ. Αφιερωμένο στους ανθρώπους που μόνιμα φωτίζουν τη ζωή μου, τόσο στις εύκολες όσο και στις δύσκολες στιγμές.

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Ανοιχτή επιστολή προς τα Έδρανα


Της Μαρίας Κανελλάκη


Αγαπητά μου Έδρανα της Βουλής!
Αγαπητά μου  Μάρμαρα, Μοκέτες, Πόμολα, Φωτιστικά, Προαύλιο και Ζαρντινιέρες!
Έχοντας μια αμυδρή ελπίδα, βασιζόμενη στους νόμους της Φυσικής, θεωρώ ότι εσείς - τουλάχιστον - μπορεί και να ανταποκριθείτε στους κραδασμούς απ’ τον «έξω κόσμο». Να επηρεαστείτε, να αντιδράσετε, να συσταλείτε και να διασταλείτε. Για το έμψυχο περιεχόμενο που διακοσμεί το κτήριο, δεν υπάρχει πλέον καμία ένδειξη ότι έχουν  ενεργοποιημένες αισθήσεις και συναισθήματα.

Σε καιρό πολέμου, παρακολουθήσαμε άφωνοι την υπερπαραγωγή που ανέβηκε απ’ το θίασό σας: «Η Ορκωμοσία του λαμέ».  Με τους άστεγους να ψάχνουν τους σκουπιδοτενεκέδες ένα τετράγωνο παρακάτω, «απολαύσαμε»  γοητευτικές εμφανίσεις, συζυγοκόρες με κρεπαρισμένο μαλλί, φανταχτερά  συνολάκια αγκαζέ σε μεταξωτές γραβάτες  και  τους  κοινοβουλευτικούς  μας  σταρ,  να  ποζάρουν  με ύφος μπλαζέ στα φλας των καναλιών. 
Ταυτόχρονα με την ελεύθερη πτώση στο κενό ενός ακόμα αυτόχειρα, παρακολουθούσαμε  τριακόσιους  πισινούς  που αναζητούσαν  ανυπόμονα να καβατζώσουν το έδρανο και να τσακωθούν για το ποιος θα σώσει καλύτερα τη χώρα. Αρχιεπίσκοπος, δοξασίες, θυμιατά, λογίδια, εθνοπατέρες, πρόεδροι, αντιπρόεδροι, δεξιοί, αριστεροί και μεσαίοι.
Πράσινα, κόκκινα, μπλε και εμπριμέ σαπιοκάραβα που ταξιδεύουν σε θολά νερά και  με ξένη σημαία. Με το λογότυπο της παράταξης  και το σλόγκαν του κόμματος στο κατάρτι, λες και πρόκειται για ρεκλάμα αυτοκινήτου ή βρεφικής  κρέμας. «Μαζί θα πάμε μπροστά!» και «Ξεκινάμε!» και «Με το μέλλον των παιδιών μας δεν παίζουμε!» και «Για ένα σίγουρο αύριο!» και διάφορα άλλα επικοινωνιακά σουξεδάκια.

Θέλω μια προσωπική χάρη από σας.  Όταν τους έχετε  δίπλα σας, ανάμεσά σας, όταν σας αγγίζουν, σας χρησιμοποιούν, όταν ξαπλώνουν νωχελικά πάνω σας, τραντάξτε τους, αναποδογυρίστε τους, ηλεκτρίστε τους, γαργαλίστε τους, σφαλιαρίστε τους! Τρομάξτε τους μπας και συνέλθουν, βοηθήστε κι εσείς να τους επαναφέρουμε σε  διάσταση  Α4, μονόφυλλη, ασπρόμαυρη, δίχως γυαλιστερά φινιρίσματα και πλαστικοποίηση ματ.
Ο χρόνος λιγοστεύει και η κλεψύδρα της ζωής μας αδειάζει επικίνδυνα.  Εδώ παραδίπλα, ακούστηκε μια τουφεκιά. Κι άλλη μία παρακάτω. Κι ένας άνθρωπος πήδηξε στο κενό. Παραπάνω στηθήκανε κρεμάλες. Ένας-ένας στήνονται στην ουρά και βγάζουν εισιτήριο για τον κάτω κόσμο. Απ’ την Αλεξανδρούπολη ως την Κρήτη κι απ’ τα νησιά του Αιγαίου ως την άλλη άκρη του Ιονίου.

Κι όσοι δεν τόλμησαν ακόμα, γράφουν σημειώματα τούτη την ώρα που μιλάμε, για να το επιχειρήσουν αύριο ή μεθαύριο. Κι όσο αυτοί  παζαρεύουν το βουλευτικό αυτοκίνητο και την αύξηση της αμοιβής  τους, ο άνεργος κάνει άγρια παζάρια με τη ζωή του. Ο συνταξιούχος με την αξιοπρέπειά του. Ο γονιός με τη ντροπή του. Ο άστεγος με την απελπισία του.
Πείτε τους εκ μέρους μου, μαζί με τις «ματοβαμμένες»  θυσίες  που θα κάνουν  για να μας σώσουν απ’ την καταστροφή, να κάνουν  κι ενός λεπτού σιγή για να τιμήσουν  τη μνήμη των νεκρών.
Και μια που φέρνουν τους δεσποτάδες ως εκεί, ας ψάλλουν  κι ένα τρισάγιο ν’ αναπαυτούν οι  ψυχούλες  τους. Να στήσουν  κι ένα μνημείο πείτε τους, έξω απ’ το μέγαρο που τους φιλοξενεί. Δίπλα στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, ας υψώσουν κι άλλο ένα. Το μνημείο του άγνωστου αυτόχειρα.  Με τόσες χιλιάδες θύματα, καταγεγραμμένους και μη, αν είχαμε φυσική καταστροφή, θα είχανε κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και θα τιμούσανε  κάθε χρόνο τα θύματα. Αν είχαμε πόλεμο, θα χτίζανε μαρμάρινους βωμούς  και θα καταθέτανε στεφάνια στη μνήμη των νεκρών. Αν  αυτό που στήσανε δεν είναι ένα σύγχρονο κρεματόριο που συνθλίβει τους ανθρώπους και τους κάνει μια μάζα από κόκκαλα και σάρκα, τότε τι διάολο είναι; Ρωτήστε τους παρακαλώ εκ μέρους μου.

Και κάτι τελευταίο. Ας  βγάλουν  επιτέλους το σκασμό!!!  Ν’ ακούσουν  καθαρά το ρόγχο των νεκρών.  Απόψε,  ένας ηλικιωμένος συνταξιούχος, ένας  καθηγητής, μια  μητέρα, ένας άνεργος, μια νοικοκυρά κι ένας βιοτέχνης,  καλούν σε σιωπητήριο. Χτες ήταν άλλοι τόσοι. Αύριο θα είναι περισσότεροι. Στοιχειώνουν πάνω απ’ τα κεφάλια  τους, γίνονται αερικά και ανήσυχες ψυχές.  Ας τους δουν επιτέλους! Πάνω τους προβάλλονται τα δικά τους  λάθη, η δική τους  αναποτελεσματικότητα, η προσωπική τους ατολμία και η έμφυτη δειλία τους.   Κι αν δεν συγκινούνται  απ’  τις κραυγές των νεκρών που αφήνουν  πίσω τους καθημερινά, αναρωτιέμαι…  ποια κόλαση θα χωρέσει τις αμαρτίες τους; Ρωτήστε τους. Εκ μέρους μου.

Λένε ότι τα άψυχα αντικείμενα δεν είναι ζωντανοί οργανισμοί,  απλά υπάρχουν στο χώρο. Το αναιρώ. Όταν σας παρακολουθώ απ’ την τηλεόραση, ακούω τους αναστεναγμούς σας.  Διακρίνω τη συγκίνησή σας, όταν στέκεστε αμίλητα και κουρασμένα απ’ τα χρόνια. Συγκινείστε, βουρκώνετε, θυμώνετε, απελπίζεστε, έχετε αποκτήσει πια την οικειότητα και κουβαλάτε  τη βαριά ιστορία της αίθουσας αυτής.  Κι αυτό σας δίνει το δικαίωμα να εισβάλετε στο χώρο και να επιβάλετε τη δική σας διάσταση. 
 Βλέπετε, ακόμα κι αυτήν  την  απάθεια που ήταν  προνόμιο δικό σας, την οικειοποιηθήκανε, σας την κλέψανε και την κάνανε δικό τους χαρακτηριστικό και στάση ζωής.

«Κυρίες και Κύριοι» θα σας λέω στο εξής. Επιτρέψτε μου την προσφώνηση αυτή. Είστε ο μόνος λόγος πλέον,  που νιώθω σεβασμό και ανατριχίλα όταν ακούω τη λέξη «Βουλή». 



Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Ένα τρένο δίχως στάσεις


Της Κωνσταντίνας Πέππα



Αλέξης Σταμάτης
Τα βιβλία του δεν προλαβαίνουν να σκονιστούν ξεχασμένα στο κομοδίνο, ούτε θα χρειαστείτε σελιδοδείκτη για να θυμάστε σε ποιο σημείο έχετε μείνει, διότι δε θα σταματήσετε σε κανένα σημείο, παρά μόνο στο τέλος.
Τα μυθιστορήματα του συγγραφέα, Αλέξη Σταμάτη, είναι ένα ταξίδι με τρένο, που όσες στάσεις κι αν κάνει, δε θα θέλετε να κατεβείτε σε κανένα σταθμό. Τα τοπία και οι σκηνές που θα εναλλάσσονται από το παράθυρό σας, θα σας καθηλώσουν στο κάθισμα.



«Ένα παιδί ανεβαίνει ένα βουνό, διασχίζει ένα δάσος, φτάνει σ’ένα πλάτωμα κι αγναντεύει την πεδιάδα που απλώνεται από κάτω. Ξέρει, σχεδόν ασυνείδητα, πως ο βράχος πάνω στον οποίο κάθεται, τα δέντρα που τον περιτριγυρίζουν, το χώμα, το ρυάκι, είναι οι ρίζες του. Τα θεωρεί δεδομένα, φυσικά, μόνιμα. Αλλά εκείνο που αντικρίζει στο βάθος, το αναστατώνει, το αποσυντονίζει». (απόσπασμα από τη «Βίλα Κομπρέ»)


Οι ήρωές του, δε θα τρυπώσουν στα μουλωχτά από κάποια χαραμάδα του μυαλού σας. Θα τους έχετε ήδη ανοίξει την πόρτα διάπλατα, αφού, δίχως να το καταλάβετε, θα έχετε γίνει ένα με αυτούς.
Οι αγωνίες τους, τα πάθη τους και οι περιπέτειές τους, θα γίνουν ήχος και εικόνα και θα εισβάλλουν στο χώρο που θα βρίσκεστε.
Μην εκπλαγείτε, αν ξαφνικά το κρεβάτι σας ή η πολυθρόνα σας, γίνουν κάθισμα αυτοκινήτου κι εσείς, βρεθείτε να οδηγείτε σε μια αμερικανική λεωφόρο.
Μην παραξενευτείτε, αν το ωραίο και ευήλιο ρετιρέ σας, μετατραπεί σε ανήλιαγο υπόγειο.
Το σίγουρο είναι ότι βρίσκεστε, ή μάλλον, ταξιδεύετε μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου του Αλέξη Σταμάτη.


«Η δολοφονία ενός μοναχού πώς μπορούσε να συνδεθεί με την εξαφάνιση της Ελένης; Κι ένα hotmail από έναν άγνωστο αποστολέα πώς θα στοιχειοθετούσε οποιαδήποτε απόδειξη; Υπήρχε πάντα κι η διορία που πλησίαζε. ‘Αν χάσεις εμένα, χάνεις και την Ελένη... Σου το υπόσχομαι ότι ως τη Δευτέρα, αν ακολουθήσεις όσα σου λέω, θα την έχεις βρει. Αλλιώς δε θα τη βρεις ποτέ. Καταλαβαίνεις...’»  (Οδός Θησέως)


Γελιέστε, επίσης, αν νομίζετε ότι θα μπορέσετε να μαντέψετε το τέλος ενός μυθιστορήματος. Το στοιχείο του απρόβλεπτου κι οι ανατροπές θα αναδυθούν, ακριβώς τη στιγμή που θα είστε βέβαιοι ότι θα έχετε βρει την άκρη του νήματος.
Το τέλος δε θα έχει αρχίσει να πλησιάζει από τη μέση της ανάγνωσης – όπως συμβαίνει σε αρκετά βιβλία και χάνεται όλο το σασπένς – αλλά θα μπει με την τελευταία τελεία, στην τελευταία σελίδα.
Το να καταφέρει, κάποιος, να μπει μέσα στο μυαλό του Αλέξη Σταμάτη, είναι σαν να προσπαθεί να παγιδεύσει πεταλούδες με σκισμένη απόχη.

«Παρόλο που η κυματιστή κορυφογραμμή των ουρανοξυστών, έτσι όπως την αντίκριζε πλησιάζοντας στο τέρμα της γέφυρας, έμοιαζε με τις απολήξεις μουσικών συμβόλων σ’ένα φανταστικό πεντάγραμμο, ωστόσο, ήταν εκείνος που έγραφε ακόμα την παρτιτούρα. Ο συνθέτης ήταν ο ίδιος. Δημιουργούσε στο χώρο και το χρόνο. Μόνο που αντί για νότες, χρησιμοποιούσε λέξεις, έννοιες, συναισθήματα. Ύφαινε την ίδια του την πλοκή. Συνέθετε την αμερικάνική του φούγκα». (Αμερικάνικη φούγκα)


Τέλος, θα σας συμβούλευα να ξεκινάτε την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος του Αλέξη Σταμάτη σε χώρο και ώρα, που δε θα σας ενοχλήσει κανείς.
Ειδικά, αν πρόκειται να πάρετε στα χέρια σας το «Μπαρ Φλωμπέρ». Είναι σίγουρο πως θα σας βρει το ξημέρωμα, διαβάζοντάς το.
Όπως βρήκε κι εμένα...

«Βρισκόμουν σ’ένα σταυροδρόμι με δύο επιλογές. Αριστερά μου υπήρχε ένας ασφαλτοδρωμένος δρόμος που εμοιαζε χωρίς τέλος, γεμάτος κίνηση, με αυστηρό όριο ταχύτητας, γεμάτος φανάρια και τροχονόμους. Δεξιά μου άρχιζε ένας κακοτράχαλος χωματόδρομος, διχως σημάνσεις και όρια και μ’ένα όνομα γραμμένο πρόχειρα πάνω σε μια σκονισμένη πινακίδα, ένα όνομα οδοντικό και χειλικό μαζί: Λουκάς Ματθαίου». (Μπαρ Φλωμπέρ)

Εσείς, ποιον δρόμο θα επιλέξετε;


Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Χαμένα όνειρα

Της Έλενας Λουκοπούλου


Αυτήν την αγάπη για τα γλυκά και το ταλέντο της στην παρασκευή τους, την είχαν μάθει όλοι πια.
Ο κύριος Μάριος, που είχε το μαγαζί στη γωνία, πρώτος και καλύτερος. Την άφηνε να μπαίνει στην κουζίνα του και έφτιαχναν μαζί όλων των ειδών τα γλυκά. Από λαχανικά, μέχρι και εσπεριδοειδή. Λεμόνι, καρότο, μελιτζανάκι, ακόμα και από άνθη ιβίσκου.
Ο κύριος Μάριος είχε εντυπωσιαστεί από το ταλέντο της και επειδή έβλεπε ότι ο κόσμος τρελαινόταν για τα γλυκά της Ειρήνης, της πρότεινε να συνεργαστούν και της έδωσε πολύ καλά λεφτά. Η Ειρήνη δέχτηκε με πολύ μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό γιατί θα συνδύαζε τη λατρεία της για τα γλυκά με την επιβίωσή της.
Ως πότε θα τη συντηρούσαν οι γείτονες...
Δεν είχε διαμαρτυρηθεί κανένας, τη λάτρευαν όλοι, αλλά δεν της άρεσε πια, ολόκληρη κοπέλα, να κάθεται και να τη συντηρούν οι άλλοι.
Άρχισε λοιπόν να δουλεύει στον κύριο Μάριο και κάθε μέρα ριχνόταν στην κουζίνα με πολλή χαρά και δημιουργούσε τα γλυκά του παραδείσου.
Έτσι τα έλεγαν όλοι στη γειτονιά, αλλά όχι μόνο στη γειτονιά. Τα γλυκά της έγιναν περιζήτητα σε όλη την Πόλη. Η Ειρήνη δεν είχε ταλέντο μόνο στην παρασκευή των γλυκών, αλλά είχε και πολύ επιχειρηματικό μυαλό, όπως αποδείχτηκε αργότερα.
Έπιασε μια μέρα τον κύριο Μάριο και του είπε: "Κύριε Μάριε, θέλω να σας μιλήσω για κάτι."
Ο κύριος Μάριος πρασίνισε, νόμιζε ότι η Ειρήνη θα του ζητούσε να φύγει από το μαγαζί, για να πάει σε κάποιο μεγαλύτερο, στο Πέρα.
"Κύριε Μάριε, έχω μία ιδέα για να βγάλουμε περισσότερα λεφτά. Πρέπει να μεγαλώσουμε λίγο το χώρο και να βάλουμε πιο πολλά τραπέζια στη σάλα, γιατί έρχεται κόσμος που θέλει να κάτσει και επειδή δεν έχει ελεύθερο τραπέζι, αναγκάζεται να φύγει. Σκέφτηκα λοιπόν να πάρουμε το διπλανό μαγαζί που πωλείται, να ανοίξουμε μια πόρτα και να το επεκτείνουμε. Χωρίς να σε ρωτήσω, μίλησα με τον ιδιοκτήτη και πήρα πολύ καλή προσφορά για την αγορά, δεδομένου ότι κανείς δεν έχει ενδιαφερθεί εδώ και ένα χρόνο για να το αγοράσει".
Ο κύριος Μάριος σάστισε. Δεν πίστευε σε αυτά που άκουγε.
Το μόνο που κατάφερε να πει ήταν: "Ερηνάκι μου, δεν ξέρω αν μπορώ να διαθέσω τόσα λεφτά για να αγοράσουμε το διπλανό μαγαζί."
"Και ποιος σου είπε ότι θέλω λεφτά; Εσύ μου ζήτησες λεφτά όταν με έβαλες στο μαγαζί και σχεδόν μοιράζεσαι μαζί μου, κάθε μέρα από τότε,  όλες τις εισπράξεις. Σε παρακαλώ, κύριε Μάριε, τα λεφτά θα τα βάλω εγώ, έχω βγάλει αρκετά τόσο καιρό και εμείς θα είμαστε όπως πάντα συνέταιροι."
Ο κύριος Μάριος δεν ήξερε τι να κάνει, ήθελε να τις φιλήσει τα χέρια, όχι τόσο γιατί έκανε χρυσή την επιχείρησή του, όσο γιατί βρήκε την κόρη που πάντα ήθελε στα μελιά καλοσυνάτα μάτια της Ειρήνης. Το λάτρευε αυτό το κορίτσι.
Έτσι και έγινε λοιπόν. Αγόρασαν το διπλανό μαγαζί, έφτιαξαν μία τεράστια σάλα με όμορφες καρέκλες και τραπέζια και στους τοίχους έβαλαν όμορφα κάδρα με τοπία από όλη την Πόλη. Δεν υπήρχε άνθρωπος στην Πόλη αλλά και από τα περίχωρα, που να μην είχε φάει γλυκό από τα χέρια της Ειρήνης. Και κάθε μέρα διαφορετικό γλυκό και κάθε μέρα να της ζητάνε παραγγελίες για γιορτές, για γάμους, για βαφτίσια, για ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς.
Η Ειρήνη ήταν τρισευτυχισμένη, είχε βρει τον προορισμό της.
Αλλά καμιά φορά, η ζωή έχει άλλα σχέδια.
Οι Τούρκοι έκαναν πάντα ό,τι μπορούσαν για να δυσκολέψουν τη ζωή των Ελλήνων αλλά και άλλων μειονοτήτων στην Πόλη. Αυτό ήταν κάτι που το ήξεραν όλοι και περίμεναν κάθε φορά τι άλλο θα κάνουν για να τους δυσκολέψουν τη ζωή.
Έβαζαν απίστευτους φόρους έως και τριπλάσιους κάποια στιγμή από την αξία της περιουσίας των Ελλήνων, το λεγόμενο βαρλίκι, έκαναν κατά καιρούς αυθαίρετες απελάσεις ομογενών και δη σημαινόντων προσώπων, απαγόρευαν την εξάσκηση  πολλών επαγγελμάτων σε Έλληνες, έκαναν επεμβάσεις στις εκλογές των ομογενειακών ιδρυμάτων και πολλά άλλα.
Εκείνη η μέρα όμως θα ήταν το αποκορύφωμα.
Τον τελευταίο καιρό, κάπως είχαν ηρεμήσει τα πράγματα και οι σχέσεις Τούρκων και Ελλήνων ήταν κάπως καλύτερες. Κανείς δε φανταζόταν αυτό που θα ακολουθούσε.
Ξυπνάει λοιπόν η Ειρήνη και  πάει στο μαγαζί της με χαρά γιατί είχε πάρα πολλή δουλειά. Ο κύριος Μάριος δε θα ερχόταν εκείνη την ημέρα, διότι ήταν λίγο αδιάθετος, οπότε έπρεπε να ξεκινήσει από νωρίς για να προλάβει.
Η πελάτισσα θα ερχόταν περίπου κατά τις τέσσερις το απόγευμα, για να πάρει τα γλυκά.
Όλη την ημέρα, πότε στην κουζίνα έφτιαχνε γλυκά, πότε σέρβιρε τον κόσμο που ερχόταν, πότε καθάριζε και πέρασε η μέρα χωρίς να το καταλάβει. Κοιτάζει κάποια στιγμή το ρολόι, πέντε η ώρα.
"Μπα", σκέφτηκε, "πού είναι η κυρία Θεώνη για να πάρει τα γλυκά για τους αρραβώνες της κόρης της".
Ξαφνικά, ακούει φασαρία έξω και βλέπει τον κύριο Στέφανο, που έχει το μανάβικο πιο κάτω, να φωνάζει και να τρέχει σαν τρελός.
"Κλείστε τα μαγαζιά σας και φύγετε γρήγορα! 'Ερχονται οι Τούρκοι και καίνε μαγαζιά και σφάζουν Ελληνες".
"Σφαγή, σφαγή!".

Η Ειρηνη, δεν πρόλαβε να καταλάβει τι συνέβαινε, όταν ξαφνικά βλέπει μια ομάδα Τούρκων να μπαίνει στο μαγαζί του κυρ - Διονύση απέναντι και να του βάζει φωτιά.
Άρχισε να τρέχει χωρίς σταματημό για το σπίτι του κυρίου Μάριου και τρελές σκέψεις πέρναγαν από το μυαλό της. Έβλεπε παντού στον δρόμο της, σπασμένα μαγαζιά, καμμένα σπίτια, ανθρώπους να κλαίνε και να φωνάζουν πάνω από ακρωτηριασμένα κορμιά συγγενών τους.
Απόλυτη φρίκη!
Και μία απαίσια μυρωδιά παντού, καμένης σάρκας και αίματος.
Βρίσκει πεταμένο κάτω ένα μαχαίρι και χωρίς δεύτερη σκέψη το παίρνει και το κρύβει μέσα στα ρούχα της. Φτάνει στην πόρτα του κυρίου Μάριου και τη βλέπει σπασμένη. Τα πόδια της έτρεμαν. Δεν ήθελε να μπει μέσα, από το φόβο τι θα αντίκριζε.
Ξαφνικά ακούει μια φωνή από πίσω της.
"Ερηνάκι!"
Γυρίζει και βλέπει τον κύριο Μάριο, τσακισμένο και κατάχλωμο.
"Είσαι καλά; Τι έγινε;"
"Άστα κοριτσάκι μου, δεν έχω ξαναζήσει κάτι τέτοιο".
Έπεφταν πάνω στους ανθρώπους σαν να ήταν ζώα πεινασμένα και τους ξέσκιζαν τα σωθικά, έπαιρναν κοπέλες από τα σπίτια τους και τις έσερναν μαζί τους, έκαιγαν περιουσίες.
"Τι έπαθαν και φρένιασαν ξαφνικά, τόσο καιρό καλά δεν ήμασταν;"
"Τι να σου πω κύριε Μάριε, πρέπει να φύγουμε από εδώ! Δεν έχει περάσει το κακό ακόμα".
Τον πήρε από το χέρι, σχεδόν τον τράβαγε και κρύφτηκαν σε ένα καμμένο σπίτι.
"Εδώ δεν κινδυνεύουμε για απόψε, πέρασε από εδώ το κακό".
Το κακό!
Εκείνων των ημερών ο απολογισμός, βαρύς.
Με στρατιωτική πειθαρχία, κινούμενος ο τουρκικός όχλος, ο οποίος ανερχόταν σε δεκάδες χιλιάδες άτομα, κινήθηκε κατά παντός του ελληνικού. Μέσα σε δέκα ώρες περίπου, καταστράφηκαν ολοσχερώς χιλιάδες σπίτια, καταστήματα, φαρμακεία, σχολεία, εφημερίδες, ξενοδοχεία, εργοστάσια και πολλά ζαχαροπλαστεία.  Μαζί και αυτό της Ειρήνης και του κυρίου Μάριου.
Την επόμενη μέρα που ξύπνησαν, έμαθαν ότι το κακό είχε συμβεί σ' όλες τις κοινότητες, σ' όλες τις γειτονιές, σ' όλα τα καταστήματα, σ' όλες τις αγορές, όπου υπήρχε Έλληνας. Σκοτώθηκαν πολλοί και εκατοντάδες άλλοι, κακοποιήθηκαν βάναυσα. Ιδιαίτερο μίσος επέδειξαν κατά των ιερωμένων. Βεβήλωσαν τάφους. Ζημιές εκατομμυρίων, χαμένες ζωές, κακοποιημένες ψυχές και όλα αυτά γιατί;
Η Ειρήνη έζησε και ο κύριος Μάριος, αλλά η ζωή τους δεν ήταν ποτέ η ίδια, όχι γιατί έχασαν ό,τι είχαν και δεν είχαν αλλά γιατί από εκείνη τη στιγμή μπήκε ο φόβος στις καρδιές τους και δεν ένιωθαν την Πόλη σπίτι τους πια.
Ίσως και αυτό να ήταν το ζητούμενο και ο σκοπός αυτής της επίθεσης που ονομάστηκε "Σεπτεμβριανά". Είχε έρθει η αρχή του τέλους για τον ελληνισμό της Πόλης.
Έτσι και η Ειρήνη με τον κύριο Μάριο και μαζί τους και άλλοι Έλληνες, αποφάσισαν να φύγουν για την Ελλάδα.
Δεν ξέρω εκεί αν θα ήταν καλύτερα τα πράγματα, αλλά τουλάχιστον δε θα ζούσαν με τον φόβο ή έτσι νόμιζαν τουλάχιστον.

ΥΓ. Αυτά τα γεγονότα νιώθω σαν να τα έζησα, με γεμίζουν θλίψη, αλλά με κάνουν και να πεισμώνω με όποιον θέλει να με κάνει να σκύψω το κεφάλι. Πολλοί από τους ανθρώπους που τα έζησαν τα κατάφεραν και συνέχισαν, πολλοί όχι.
Εμείς όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε! 


Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Για το Λενάκι μου


Της Μαρίας Κανελλάκη

 
«Κι ας μην είμαι εκεί, μαζί σου…να ξέρεις πως θα σε συντροφεύω το βράδυ που θα τσουγκρίζεις  ένα ποτήρι με ρετσίνα και θα τρως τον αγαπημένο μου μεζέ. Αχινοσαλάτα με μπόλικο λεμονάκι… Εκεί, στο ταβερνάκι πάνω στα βότσαλα. Στην Αστυπάλαια. Πιες για μένα. Να’χω καλά ταξίδια και γαληνεμένες θάλασσες. Βαρέθηκα τις φουρτούνες και τα κύματα. Θέλω ν’αράξω σ’ένα απάνεμο λιμανάκι που θα στραφταλίζουν στα νερά του, χιλιάδες χρυσά καθρεφτάκια…»

Το Λενάκι μας ήταν αντράκι. Το γιατρό που δεν τόλμησε να της πει την αλήθεια, τον έλουσε με κοσμητικά του λιμανιού. Πήρε πάνω της την ευθύνη της αρρώστιας, ανέβηκε με αξιοπρέπεια τον Γολγοθά με τις χημειοθεραπείες, την άλλη μέρα ήταν στο πόστο της στη δουλειά και έκανε καλαμπούρι με όλους μας. Τα τσιρότα και τις γάζες στο λαιμό της, τα διακωμωδούσε με σαρκασμό: «Κόπηκα στο ξύρισμα ρε παιδιά!!!.. Είπα να τα πάρω κόντρα σήμερα και ιδού τα ολέθρια αποτελέσματα!».

Κρατήθηκε παλικαρίσια για δυο χρόνια. Να περάσει η μικρή της στη σχολή που ονειρευόταν. Να της εξασφαλίσει το ποσόν που χρειαζόταν για να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Για να έχει ένα στόχο κι ένα πείσμα,  που θα τη συντρόφευαν τις δύσκολες ώρες του πόνου.
Μια μέρα με κάλεσε σπίτι της. Είχα να τη δω καιρό γιατί είχε υποτροπιάσει κι είχε πάρει άδεια επ’ αόριστον. «Θα’ρθεις; Να δεις και τη νέα μου κόμμωση!».
Ζορίστηκα. Δεν ήμουν έτοιμη γι αυτή τη συνάντηση. Την ήθελα αλλά τη φοβόμουν. Επιστράτευσα τα λιγοστά απομεινάρια χιούμορ που μου είχαν απομείνει και της έστειλα ένα μήνυμα.
«Αν η συνάντηση θα περιλαμβάνει επίσημο γεύμα, με γαλλικά κρουασάν βουτύρου, πουγκάκια με τέσσερα τυριά, φουά γκρα  χήνας (που ανάθεμα αν είχα ιδέα τι ήταν!) και γαλλική σαμπάνια, θα δεχτώ την πρόσκληση!».

Με τη δύναμη που της έδινε το αστείρευτο χιούμορ της και το πάθος της για ανατροπές και εκπλήξεις, μου ετοίμασε ένα τραπέζι, όπως ακριβώς της το είχα παραγγείλει.
Ήταν ήδη στο τελευταίο στάδιο και τα πόδια της δεν την κρατούσαν για πολλή ώρα όρθια. Είχε φροντίσει να παραγγείλει όλα τα υλικά απ’ το σούπερ μάρκετ, μαγείρεψε,  έβαλε τα καλά της, στόλισε το τραπέζι και με υποδέχτηκε μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο.
«Είσαι θεότρελη!!!», της είπα σαστισμένη.
«Σκάσε και τρώγε! Θα τα φας όλα! Είναι η παραγγελιά σου!», μου είπε θυμωμένη.
Δεν μιλήσαμε καθόλου για τον απρόσκλητο επισκέπτη στη ζωή της.  Φάγαμε, γελάσαμε, θυμηθήκαμε αστείες στιγμές στο γραφείο, κουτσομπολέψαμε, μιλήσαμε για διακοπές, για το ταξίδι στην Αστυπάλαια, που της είχα γανώσει το κέρατο να πάμε παρέα.
«Φιλενάς, αρχές Ιουνίου, πρώτα ο Θεός, σουλατσάρουμε στην παραλία της Μαλτεζάνας και μαζεύουμε αχινούς και χταπόδια! Υπόσχεση!». Το είπε δυνατά, σα να έστελνε τελεσίγραφο  σε μια αόρατη δύναμη που αφουγκραζόταν τη συζήτησή μας.

Πέταξε σα γλάρος ψηλά ύστερα από  μερικούς μήνες. Μου έγραψε ένα μήνυμα, γιατί δεν είχε πια φωνή να μιλήσει. Παρακαταθήκη τα λόγια της. Μεγαλείο η δύναμή της.
Άφησε παραγγελιές σε όλους μας. Για την κόρη της, το σπίτι της, μέχρι και για τις εκκρεμότητες στο γραφείο. Ευχαρίστησε όλους όσους της στάθηκαν στο μοναχικό της αγώνα κι έσβησε ένα κρύο ξημέρωμα του  Μάρτη.
Αν έχω μια μικρή περιουσία  να πορεύομαι στη ζωή μου και να αντλώ δύναμη και αισιοδοξία, είναι οι προσωπικοί μου ήρωες, που ο Θεός με αξίωσε να γνωρίσω στη ζωή μου.
Αν υπάρχει ορισμός της παλικαριάς, τότε ανήκει επάξια σ’ όσους ζουν τη ζωή τους στο έπακρον και κάνουν άγρια παζάρια με το θάνατο, φεύγοντας  με το κεφάλι ψηλά.
«Ευλογία να μη χαμηλώνεις το βλέμμα και να μην υποτάσσεις την ψυχή σου. Σε κανέναν κερατά!...», μου είχε πει κάποτε.
Το τήρησε η θεότρελη! Στην εντέλεια!

Στο τσούγκρισμα που έκανα νοερά μαζί της εκείνο το καλοκαίρι, ένας γλάρος άραξε πάνω στην πλώρη μιας ψαρόβαρκας.
Η ανάγκη μου να τη δω για λίγο; 
Ίσως…